Δεκαπενταύγουστος. Μέσα στους ρυθμούς της καλοκαιρινής ραστώνης και εις πείσμα της πληκτικής και ανιαρής καθημερινότητας, το «Πάσχα του Καλοκαιριού», όπως αποκαλεί ο λαός τη μεγάλη γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, αναδύεται ως δυνατότητα ψηλάφησης της αυθεντικής ομορφιάς και της ωραιότητας της ζωής. Εκπέμπει σε κάποιες άλλες συχνότητες, που μεταρσιώνουν και κατανύσσουν ψυχικά τον άνθρωπο. Η μεγάλη Θεομητορική εορτή της Κοίμησης, δεν έχει να κάνει με την τραγικότητα του θανάτου, αλλά πρόκειται για πανηγύρι χαράς και θριάμβου. Στο βαθμό που ο ίδιος ο άνθρωπος μπορεί να το αισθανθεί και να το συναισθανθεί, μα προπάντων να το βιώσει. Είναι και θέμα αντοχών…
Ιδιαίτερα ο λαός της Κύπρου τιμά όλως ιδιαιτέρως την Παναγία. Στις δύσκολες του στιγμές την αισθάνεται ως το μεγάλο στήριγμα και την παρηγοριά του. Τα εκατοντάδες επωνύμια και τοπωνύμια, που αποτυπώνουν τη δική τους αδιάψευστη μαρτυρία, αναδεικνύουν ένα ομφάλιο λώρο που με τίποτε δεν αποκόπτεται.
Πέραν του βαθύτερου νοήματος της εορτής, δεν μπορεί αυτές τις μέρες – ιδιαίτερα φέτος που συμπληρώνονται 50 χρόνια από την βάρβαρη τουρκική εισβολή – η μνήμη να μην στρέφεται στα κατεχόμενα εδάφη μας, τα οποία είναι κατάσπαρτα από ιερά προσκυνήματα, εκκλησίες, μνημεία και ό,τιδήποτε άλλο συνδέεται με το πρόσωπο της Παναγίας. Δυστυχώς και φέτος δεν θα ηχήσουν χαρμόσυνα οι καμπάνες στην Παναγία την Ελεούσα, στο Ριζοκάρπασο, στην Παναγία την Κανακαριά, στη Λυθράγκωμη, στην Παναγία του Τοχνίου, στις Μάνδρες Αμμοχώστου, στην Παναγία την Κυρά, στο Λειβάδι Αμμοχώστου, στην Παναγία την Περγαμηνιώτισσα, στην Ακανθού, στην Παναγία της Καντάρας, στον Πενταδάκτυλο, στην Παναγία την Αψινθιώτισσα, στο Συγχαρί, στην Παναγία την Γαλακτερούσα, στον Καραβά, στην Παναγία των Καθάρων, στον Λάρνακα της Λαπήθου κ.α. Όχι μόνο δεν θα λειτουργηθούν αυτές και τόσες άλλες εκκλησίες, αλλά γνώρισαν τη βεβήλωση και τη λεηλασία, κατά τρόπο που συνιστά όνειδος για τον ίδιο τον ανθρώπινο πολιτισμό.
Δεν μπορεί ακόμα αυτή τη μέρα να μην στρέφονται νοερά το βλέμμα και η σκέψη στο ιστορικό μοναστήρι του απ. Αντρέα. Πριν το 1974 γινόταν εκεί η πιο μεγάλη πανήγυρη της Κύπρου, κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου. Στο χώρο της μονής, ο οποίος κατακλυζόταν από χιλιάδες προσκυνητές απ’ όλα τα μέρη του νησιού, το σκηνικό που απέπνεε έντονα παραδοσιακό άρωμα, ήταν απερίγραπτο. Μάλιστα, ανάμεσα στους επισκέπτες έδιναν το παρών τους και πολλοί Τ/κύπριοι, που έσπευδαν να προσκυνήσουν, με τάματα προς τον άγιο, δίνοντας έτσι και μια άλλη ξεχωριστή νότα στη γιορτή.
Δεν μπορεί να ξεχνιέται, όμως, εκείνο το ματωμένο Δεκαπενταύγουστο, πριν ακριβώς 50 χρόνια. Στις 3.30 ακριβώς, το χάραμα της 14ης Αυγούστου, οι τριμερείς διαπραγματεύσεις της Γενεύης κατέληξαν σε πλήρες αδιέξοδο, γεγονός που σηματοδοτούσε την έναρξη νέων δεινών για την Κύπρο. Τα τουρκικά βομβαρδιστικά σκορπούσαν και πάλι τον όλεθρο και τον θάνατο. Ο «Αττίλας 2» είχε ξεκινήσει και ανήμερα της μεγάλης εορτής, τα τουρκικά στρατεύματα εισήλθαν στην Αμμόχωστο και την επομένη στη Μόρφου. Η προδοσία στο απόγειό της.
Μια γιορτή πανηγυρική, φορτωμένη με τόσες μνήμες και θύμησες για τον τόπο. Ασήκωτες και προπαντός αβάστακτες…