Από μωρό δεν με έπαιρνε εύκολα ο ύπνος, «νυχτοπάππαρο» με φώναζαν στο σπίτι. Στις βόλτες με το αυτοκίνητο, αντί να νανουρίζομαι, κοίταζα έξω από το παράθυρο σαν τον τρίμματο: σπίτια, ανθρώπους, βουνά και κάμπους. Δεν ήξερα ακόμη τι είναι τα σπίτια, οι πόλεις και τα χωριά, τι είναι οι άνθρωποι. Ως βρέφος και νήπιο αναγνώριζα μόνο τις μυρωδιές του δικού μου σπιτιού, της μητέρας, του πατέρα και της γιαγιάς που με νανούριζε με το «Αγιά Μαρίνα τζαι Τζυρά». Μόνο αυτή θα έκανε ένα θαύμα να με ποτζοιμίσει.
Το σπίτι ήταν μυρωδιές και αισθήσεις: γάλα, καφές, γιασεμί, καρπούζι και αλμύρα, ροδόσταμα και ανθόνερο. Σταφύλι, μούστος και φρέσκο ελαιόλαδο το φθινόπωρο, μαζί με το νοτισμένο χώμα. Το κρεμμύδι που τηγανιζόταν σε ημερήσια διάταξη στην κουζίνα. Φρεσκάδα από τις μπουγάδες, όταν τα λευκά σεντόνια αρμένιζαν στην αυλή κι εγώ έκανα τα πρώτα μου βήματα ανάμεσά τους. Τον χειμώνα μύριζε κυπαρίσσι που στολίζαμε στο σαλόνι για τα Χριστούγεννα, μπισκότα του πορτοκαλιού, βασιλόπιττα, γλυκά που έβγαιναν από τον φούρνο. Οι εποχές χωρίζονταν σε γλυκά του κουταλιού: καρυδάκι, περγαμόντο, κιτρόμηλο, κεράσι ή καρπούζι.
Οι διαδρομές με το αμάξι εναλλάσσονταν με θάλασσα, αμπέλια, ελαιώνες, πεύκα και πλατάνια που ανάμεσά τους ξεπρόβαλλαν ήλιοι, πολλοί ήλιοι, μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό τους. Τη μακρύτερη διαδρομή την έκανα στα οκτώ μου χρόνια, διασχίζοντας απέραντες πεδιάδες με χρυσά στάχια, χωρίς βουνά, τη Μεσαορία. Ο ήλιος, ένας και μοναδικός, μας έκαιγε κατακόρυφα και αμείλικτα σε όλη τη διαδρομή προς τη Σύγκραση και την Αμμόχωστο.
Τα πρωινά δυσκολευόμουν να σηκωστώ για το σχολείο, ενώ τα καλοκαίρια δεν ξυπνούσα με τίποτε, παρά τη φασαρία που επικρατούσε στο σπίτι και στη γειτονιά. «Ούτε σειρήνες εν σε ξυπνούν εσένα κόρη μου», έλεγε γελώντας η γιαγιά.
Εκείνο το πρωινό του Ιουλίου, ξύπνησα από το εκκωφαντικό βουητό των σειρήνων. Αναβρασμός στον δρόμο, η μητέρα και οι γειτόνισσες έκλαιγαν ανάστατες γύρω από το ραδιόφωνο. «Έγινε πραξικοπημα. Εσκοτώσαν τον Μακάριο». Δεν ήξερα, τι σήμαινε πραξικόπημα μα ο θάνατος του Μακαρίου που ήταν ο Θεός μας, γκρέμιζε τον μέχρι τότε βέβαιο κόσμο μας.
Πέρασαν από το σπίτι και οι θείες οι γριβικές, πανηγυρίζοντας. Κατέβηκαν μάλιστα χορεύοντας στο δρόμο και η γιαγιά έπιασε το λάστιχο ποτίσματος, καταβρέχοντάς τες. Σε λίγο ήρθε κι ο πατέρας, ο οποίος κατέβασε τα ρολά στο γραφείο και όπως τόσοι άλλοι εργαζόμενοι επέστρεψε άρον-άρον σπίτι «να δούμε τι θα κάμουμε». Τα πανηγύρια των γριβικών και των πραξικοπηματιών δεν κράτησαν πολύ. Εξάλλου ενός τέτοιου κακού μύρια έπονται. Ακολούθησαν οι σειρήνες του πολέμου που ηχούν ακόμη υπόκωφα μέσα μας. Κάθε Ιούλιο ξυπνώ, όπως οι πλείστοι συμπατριώτες μου, με ένα αίσθημα ερημιάς και μια γεύση πίκρας και πένθους στον ουρανίσκο.
Εκείνο το πρωί, στα τέλη Αυγούστου του 1983, οι αστοί άρχισαν να επιστρέφουν στην πόλη από τα χωριά ή τις διακοπές τους στα ορεινά θέρετρα, όταν άκουσα τη μοτόρα του θείου Αθανάση, ομιλίες και χάχανα στην κουζίνα που γειτόνευε με το δωμάτιό μου. Ο φιλόλογος θείος μας επισκεπτόταν συχνά τα καλοκαιριάτικα πρωινά που τα σχολεία ήταν κλειστά. Ήταν τόσο γλυκός ετούτος ο ύπνος ανάμεικτος με άρωμα καφέ και γιασεμιού. Λαχτάρησα να τρέξω στην κουζίνα να γίνω ένα με το γνώριμο πρωινό σκηνικό.
Πάγωσα όμως ολόκληρη αφού όλα αυτά είχαν γίνει στον ύπνο μου. Η μητέρα είχε φύγει από τη ζωή λίγες μέρες πριν, κηδεύτηκε ανήμερα της Κοίμησης της Θεοτόκου. Η κουζίνα ήταν άδεια, η γιαγιά είχε γεράσει ξαφνικά σε λίγες μέρες, είχε σβήσει το χαμόγελο και το μέχρι τότε αστείρευτο γέλιο της. Καθόταν με κλειστό το ραδιόφωνο, τυλίγοντας κουπέπια σφιχτά-σφιχτά, να μην ανοίξουν, όπως σφιχτά κρατούσε τα δάκρυα και τα αναφιλητά να μην βγουν από τα μάτια και το στόμα της.
Τα τζιτζίκια μόνο έσπαζαν τη σιωπή, ζυ ζυ- ζει ζει… έκαναν ακατάπαυστα. Η ζωή που είχε σταματήσει στο σπίτι μας αλλά που συνεχίζεται χωρίς τα αγαπημένα μας πρόσωπα που πέθαναν, σκοτώθηκαν στον πόλεμο ή αγνοούνταν. Εμείς τουλάχιστον είχαμε ακόμη την πόλη και το σπίτι μας. Τι να πουν οι πρόσφυγες με τόσες απώλειες και απουσίες;
Τέλη Σεπτεμβρίου μετά το 40ημερο μνημόσυνο και μόνο τότε, με ευλόγησε η γιαγιά και μου είπε να βγάλω τα μαύρα και πως τώρα μπορούσα να φύγω για τις σπουδές μου στη Γαλλία. Ήταν σαν χθες που ήμουν πρωτοετής φοιτήτρια γαλλικής λογοτεχνίας σε μια νέα πόλη. Το νησί παραμένει διαμελισμένο, τελεί υπό τουρκική κατοχή και τα Βαρώσια μια πόλη φάντασμα, κλεισμένη στα συρματοπλέγματα.
Μόνο τα τζιτζίκια κατοικούν στα δέντρα και στις αυλάδες, ξεφωνίζοντας ζυ ζυ ζει ζει και καλώντας μας να ζήσουμε το απόλυτο αυγουστιάτικο καλοκαίρι, ακόμη και στην προσφυγιά. «Ο βασιλιάς ο ήλιος ζει»!
Καλό Πάσχα του καλοκαιριού…
dena.toumazi@gmail.com