Ο όρος «δυσπιστία», ακόμη και ενισχυμένος με επιθετικούς προσδιορισμούς τύπου «απόλυτη», μοιάζει ανεπαρκής για να περιγράψει το κλίμα με το οποίο υποδέχθηκαν στην Ιερουσαλήμ τις δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν στο «Αλ Τζαζίρα». Ειδικά δε τη δήλωση ότι η Τουρκία θα εξέταζε επαναφορά του εμπορίου με το Ισραήλ, υπό την προϋπόθεση, όπως είπε, του πλήρους τερματισμού των εχθροπραξιών στη Γάζα και της απρόσκοπτης συνέχισης ροής ανθρωπιστικής βοήθειας.

Επίσημες αντιδράσεις δεν υπήρξαν. Υπήρξαν όμως διαρροές — και όταν υπάρχουν διαρροές, υπάρχει μήνυμα. Όλες κινούνταν στο ίδιο μήκος κύματος και με το ίδιο, σαφές υπονοούμενο: ότι οι δηλώσεις Φιντάν δεν εκλαμβάνονται ως ειλικρινής πρόθεση επαναπροσέγγισης, αλλά ως ένας ακόμη τουρκικός ελιγμός, απολύτως ενταγμένος στις ευρύτερες επιδιώξεις της Άγκυρας.

Το Ισραήλ, άλλωστε, δεν έχει την πολυτέλεια της αφέλειας. Ως κράτος που λειτουργεί υπό μόνιμο υπαρξιακό κίνδυνο, κινείται εδώ και δεκαετίες με όρους ρεάλ πολιτίκ, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο. Αυτή η προσέγγιση το έχει οδηγήσει, όταν το έκρινε αναγκαίο, σε κινήσεις που μέχρι την εκδήλωσή τους έμοιαζαν αδιανόητες: από συμφωνίες ειρήνης με αραβικά κράτη έως στρατηγικές σχέσεις με παγκόσμιους παίκτες. Πάντα σε πνεύμα πολυεπίπεδο.

Η καθόλου εύκολη στην οικοδόμησή της στρατηγική συνεργασία με την Ινδία από τη δεκαετία του ’90 και μετά, με αιχμή την άμυνα, την τεχνολογία και την ανταλλαγή πληροφοριών, ή η αποκατάσταση σχέσεων με την Κίνα το 1992, που ενέταξε το Ισραήλ σε ένα παγκόσμιο οικονομικό και τεχνολογικό πεδίο στο οποίο πλέον διαπρέπει, δεν υπαγορεύτηκαν από ρομαντισμό. Υπαγορεύτηκαν από ανάγκη.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Τουρκία; Θεωρητικά, τίποτα δεν θα εμπόδιζε το Ισραήλ να καλωσορίσει μια βελτίωση των σχέσεων με την Άγκυρα — το αντίθετο μάλιστα — ακόμη κι αν αυτή περιοριζόταν στο εμπόριο και μόνο. Το εμπόριο που, αξίζει να θυμηθούμε, η κυβέρνηση Ερντογάν είχε παγώσει πλήρως τον Μάιο του 2024 και είχε αποδειχθεί ότι όχι μόνο δεν ήταν έξυπνη κίνηση, αλλά τελικά δεν απέδωσε σχεδόν τίποτα.

Μέχρι τότε, οι τουρκικές εξαγωγές προς το Ισραήλ ανέρχονταν σε περίπου 5,3 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, ενώ οι ισραηλινές προς την Τουρκία σε περίπου 1,5 δισεκατομμύριο. Το πάγωμα, ωστόσο, δεν απέδωσε αυτά που ήλπιζε ο Ερντογάν. Χάρη στην ποικιλόμορφη και ανοικτή δομή των εισαγωγών του, το Ισραήλ απορρόφησε το σοκ με ελάχιστες επιπτώσεις — ακόμη και στον κρίσιμο τομέα των κατασκευών. Για την τουρκική πλευρά, αντιθέτως, το κόστος ήταν άμεσο και συνολικό.

Παρά ταύτα, και παρά το γεγονός ότι το Ισραήλ, ξανά, δεν θα είχε ουσιαστική αντίρρηση στην επανεκκίνηση του εμπορίου, κανείς στην Ιερουσαλήμ δεν δείχνει διατεθειμένος να πάρει στα σοβαρά τις δηλώσεις Φιντάν. Η κυρίαρχη εκτίμηση είναι πως πρόκειται για έναν ελιγμό με δύο βασικούς στόχους: αφενός τη διευκόλυνση της προσέγγισης Τουρκίας–Ουάσινγκτον, ιδίως στο ιρανικό ζήτημα, όπου το διακύβευμα για τα σχέδια της Άγκυρας είναι τεράστιο· και αφετέρου — το κυριότερο — την κάμψη των ισραηλινών αντιρρήσεων στην παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στη Γάζα.

Η Τουρκία το επιδιώκει αυτό με επιμονή, γνωρίζοντας ότι θα αποτελούσε το πρώτο βήμα για τη διεύρυνση του περιφερειακού της αποτυπώματος στη Μέση Ανατολή.

Το Ισραήλ, όμως, γνωρίζει εξίσου καλά τι διακυβεύεται.

Και γι’ αυτό ακριβώς, είναι που δεν πρόκειται να το επιτρέψει.