Σε μια χώρα όπου οι θεσμοί ειδικεύονται στο να υπνώττουν, τρεις γυναίκες τόλμησαν να κάνουν κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο. Να πουν την αλήθεια. Και με αυτό, άνοιξαν καπάκια και άλλων υπονόμων, που ήταν ερμητικά κλειστά επί χρόνια. Αφέθηκε έτσι, να ξεχυθεί μια μπόχα -κι άλλη μπόχα για την ακρίβεια- που όλοι υποψιάζονταν, αλλά ελάχιστοι τολμούσαν να αναγνωρίσουν.

Πρώτη, η Ιωάννα Φωτίου –γνωστή στο διαδίκτυο ως Annie Alexui– δεύτερη, η γυναίκα που κατήγγειλε ότι βιάστηκε από τον Φαίδωνα Φαίδωνος, και τρίτη, η ποινική ανακρίτρια Αλεξάνδρα Λυκούργου. Δεν συνδέονται μεταξύ τους. Δεν ανήκουν στο ίδιο στρατόπεδο. Δεν έχουν παρόμοιο βιογραφικό. Δεν μοιράζονται καν τον ίδιο ρόλο στην κοινωνία. Μοιράζονται όμως, ένα χαρακτηριστικό το οποίο φάνταζε μέχρι πριν από λίγο καιρό, να εκλείπει από το κυπριακό περιβάλλον. Το θάρρος να μιλήσουν! Σ’ έναν τόπο, που συστηματικά τιμωρεί όποιον τολμά να χαλάσει τη βιτρίνα.

Η Annie Alexui βομβάρδιζε την κυπριακή κοινωνία για μήνες με έγγραφα, καταγγελίες, ονόματα, μηνύματα και βίντεο. Δεν έκανε απλως θόρυβο. Έκανε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: Αμφισβήτησε ευθέως δίκτυα εξουσίας. Και τελικά, ανάγκασε το σύστημα να κινηθεί. Έστω και με το ζόρι. Για πρώτη φορά, η Αστυνομία υποχρεώθηκε να ξεκινήσει ποινική διερεύνηση εναντίον ενός ισχυρού πολιτικού προσώπου για κατ’ ισχυρισμόν ενδοοικογενειακή βία.

Αυτή ήταν η αφορμή για να ακολουθήσει κάτι ακόμα πιο σημαντικό. Μια άλλη γυναίκα βρήκε τη δύναμη να πάει στην Αστυνομία και να καταγγείλει βιασμό από το ίδιο πρόσωπο. Δεν θα το είχε κάνει -όπως δεν τολμούσε για πολλά χρόνια- αν δεν είχε προηγηθεί η ρωγμή. Αν δεν είχε δει ότι κάποιος τόλμησε να πει «φτάνει». Αυτή είναι η πραγματική δύναμη του να τολμά κάποιος να μιλήσει. Δεν φέρνει μόνο έρευνες. Σπάει τον φόβο των άλλων.

Την ίδια στιγμή, μια τρίτη γυναίκα, η ποινική ανακρίτρια Αλεξάνδρα Λυκούργου, βγήκε δημόσια και κατήγγειλε κάτι εξίσου εκρηκτικό. Επί οκτώ μήνες, το πόρισμά της για την υπόθεση του τέως προέδρου της ΚΟΠ Γιώργου Κούμα αράχνιαζε στα συρτάρια της Νομικής Υπηρεσίας. Ένα πόρισμα που, όπως δήλωσε, βασίζεται σε επαρκές και αξιόπιστο μαρτυρικό υλικό και καταλήγει σε συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα.

Μερικές μόνο μέρες μετά από την αποκάλυψή της, η υπόθεση οδηγήθηκε -επιτέλους- από τη Νομική Υπηρεσία στο δικαστήριο. Προφανώς, όχι επειδή ξαφνικά το σύστημα αποφάσισε να λειτουργήσει, αλλά επειδή μια γυναίκα το εξέθεσε δημόσια. Επειδή στην Κύπρο, δυστυχώς, η διαφάνεια σπάνια έρχεται από μέσα. Έρχεται μόνο όταν κάποιος τραβήξει την κουρτίνα. Και αποκαλύψει τη γύμνια του συστήματος.

Αυτό είναι το κοινό νήμα: Όταν οι πολίτες μιλούν, το σύστημα αναγκάζεται να κουνηθεί. Όχι από ευθιξία. Από φόβο. Φόβο μήπως η κοινωνία δει αυτό που κρυβόταν πίσω από τη ρητορική, τα χαμόγελα και τις υποσχέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, οι πολίτες είναι όλες γυναίκες! Ο ανδρικός πληθυσμός οφείλει να υποκλιθεί…

Κάθε τέτοια αποκάλυψη ανοίγει κι ένα ακόμη καπάκι υπονόμου. Και η μπόχα που διαχέεται γίνεται όλο και πιο αποπνικτική. Ενδοοικογενειακή βία, σεξουαλικά εγκλήματα, θεσμική κωλυσιεργία, διαπλοκή, ποδόσφαιρο, πολιτική επιρροή, αστυνομική αδράνεια. Ένα κουβάρι το οποίο αποπνέει δυσωδία. Που χρόνια τώρα, απλώς, καλύπτεται κάτω από υποκριτικές δηλώσεις, εγκληματική σκοπιμότητα, αμέτρητη ανικανότητα και περισσή αμέλεια.

Μέσα σε αυτή τη δυσωδία, όμως, φαίνεται να φυσά και ένας άνεμος αλλαγής. Που φιλοδοξεί να διαλύσει τη μπόχα η οποία καθίσταται ολοένα και πιο αποπνικτική. Ο νέος Υπουργός Δικαιοσύνης Κώστας Φυτιρής δείχνει ότι δεν θέλει να συνεχίσει την παράδοση της ακινησίας. Η Αστυνομία, για πρώτη φορά μετά από χρόνια (από την εποχή του Κόσιη για την ακρίβεια) δείχνει να κινείται σε υποθέσεις που άλλοτε θεωρούνταν «απαγορευμένες». Δεν μπορούμε να μιλήσουμε ακόμη για ριζική αλλαγή. Είναι όμως ένα πρώτο ράγισμα στο τσιμέντο της ατιμωρησίας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτό θα παραμείνει μια απλή ρωγμή ή αν θα μετατραπεί σε βαθύτατο ρήγμα. Δυστυχώς, ένα διαχρονικά σαθρό σύστημα δεν καθαρίζει με μία, δύο ή τρεις γενναίες φωνές. Καθαρίζει μόνο όταν και άλλοι άνθρωποι –μάρτυρες, θύματα, επαγγελματίες, λειτουργοί– πάψουν να είναι συνένοχοι της σιωπής.

Αυτό που έκαναν αυτές οι τρεις γυναίκες δεν ήταν απλώς γενναίο. Ήταν πατριωτικό με την πιο ουσιαστική έννοια. Έβαλαν την αλήθεια πάνω από το φόβο. Και σε έναν τόπο όπου η ατιμωρησία έχει καταστεί σχεδόν θεσμός, αυτό είναι ό,τι πιο τολμηρό, θαρραλέο και αποτελεσματικό μπορεί να κάνει κάποιος.

Ταυτόχρονα και το πιο ελπιδοφόρο.