Ξημερώνοντας Κυριακή της Απόκρεω, ο καιρός είναι στις μαύρες του. Το ίδιο και οι ειδήσεις. Παντού. Λες και είναι συνεννοημένες.
Σερβίρονται με ψεύτικο χαμόγελο. Kι αν είναι σοβαρές, ο τηλευποβολέας, δηλαδή το autocue, τους λέει «σοβαρευτείτε».
Στα δικά μας τα λημέρια, Ελλάδα και Κύπρο, δεν σου λένε τις ειδήσεις. Τις «φωνάζουν». Με ύφος «σοβαρό» και με έπαρση.
Οι εξαιρέσεις είναι λίγες.
Επιπλέον, όλα τα δελτία ειδήσεων στην Κύπρο, όπως και εδώ στην Ελλάδα, είναι σχεδόν πανομοιότυπα. Εξαίρεση, χωρίς να κρίνω περιεχόμενο και άλλα, το ΡΙΚ. Αντιθέτως, η κρατική ΕΡΤ έχει «αγοράσει» σχεδόν όλο το πακέτο των ιδιωτικών σταθμών.
Στο άλλο «θέαμα», της πολιτικής, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Στην Βουλή, οι περισσότεροι βαριούνται. Και οι υπόλοιποι αγορεύουν με τέτοιον στόμφο, λες και τους βλέπει ή τους ακούει κανείς.
Ο λόγος που εκφέρουν είναι οξύς. Πάντα ήταν. Οι κυβερνητικοί υπερασπίζονται το έργο τους σχεδόν πανηγυρικά. Υπενθυμίζοντας πάντα όλα τα κακά που έκαναν οι προηγούμενοι που κυβέρνησαν. Έχει κουράσει πολύ αυτή η «φάμπρικα».
Για αυτό και όταν υπάρχει ζωντανή αναμετάδοση από τηλεόραση και ραδιόφωνο, μιας προ ημερησίας διατάξεως της ολομέλειας της Βουλής, τα ποσοστά ακροαματικότητας και τηλεθέασης είναι πολύ χαμηλά.
Για να είμαστε ακριβείς και σωστοί όμως, δεν ευθύνονται μόνο οι πολιτικοί. Υπάρχουν συνεδρίες που επικεντρώνονται σε ένα ειδικό θέμα, όπως την οικονομία, την κλιματική αλλαγή, την υπογεννητικότητα, την τεράστια αύξηση της τιμής των ακινήτων (τόσο για ενοίκιο, όσοι και για αγορά) και άλλα.
Όμως πάλι, ένα σημαντικό «κομμάτι» των πολιτών θεωρεί ότι όχι μόνο δεν αλλάζει κάτι, αντίθετα πιστεύει ότι τα πράγματα χειροτερεύουν, και δεν συμμετέχουν. Είναι αρνητικοί.
Και όταν ρωτιούνται «γιατί;» απαντούν «φταίνε οι πολιτικοί» και «όλοι το ίδιο είναι».
Αυτή η γενική απαξίωση είναι άδικο να στοχεύει μόνο τους πολιτικούς. Την προσωπική ευθύνη, ελάχιστοι πολίτες αναγνωρίζουν.
Για παράδειγμα, από τα πιο συνηθισμένα μάλιστα, όταν ο πολίτης ακόμα ρίχνει τα σκουπίδια του ανάκατα, σε όποιον κάδο γουστάρει, ήδη ο τόπος, συνολικά, πάει ένα βήμα πίσω.
Τις προάλλες, βρέθηκα σε ένα στενό δρομάκι στο Παγκράτι που αγαπώ πολύ, πίσω από ένα απορριμματοφόρο. Σταματούσε σε κάθε 200, περίπου, μέτρα όπου υπήρχαν δύο κάδοι. Ο ένας για τα «κανονικά», ας πούμε, σκουπίδια. Αυτά που μυρίζουν!
Και ο άλλος κάδος είναι για τα ανακυκλώσιμα.
Λοιπόν: Κολλημένοι πίσω από το σκουπιδιάρκο, παρατηρήσαμε ότι σε κάθε «σημείο» άδειαζαν και τον κανονικό, ας πούμε, κάδο, αλλά και εκείνον με τα ανακυκλώσιμα!
Δεν ξέρω αν γίνεται και αλλού. Εύχομαι όχι.
Αύριο, θα σας μιλήσω για μία από τις αρχαιότερες ταβέρνες του Παγκρατίου. Εκείνην του Καραβίτη, που είναι ολόκληρη ιστορία. Δεν κάνω διαφήμιση. Καταθέτω τα σέβη μου!
Υστερόγραφο, για να ξεφύγουμε από τα ζόρικα, προσέξτε τον υπέροχο σε όλη την απλότητά του στίχο του Νίκου Γκάτσου, από το τόσο γλυκό τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι, Φιλντισένιο Καραβάκι, με … ποιόν άλλον; .. τον σερ Γρηγόρη Μπιθικώτση:
«Φιλντισένιο καραβάκι, στ’ όνειρό μου ήρθες μιαν αυγή.
Και με πήρε ταξιδάκι να γυρίσουμε τη γη
Είδα χώρες, είδα τόπους. Πικραμένα είδα τα παιδιά.
Κόσμο εγνώρισα κι ανθρώπους, κι έβαλα πόνο στη καρδιά
Καραβάκι μου ξεκίνα πάμε πάλι στην Αθήνα. Τραγουδάνε τα πουλιά στην Αττική. Πάμε πάλι στο Παγκράτι πού `ναι οι δρόμοι του γεμάτοι, με χαρούμενες φωνές την Κυριακή».