Συναντηθήκαμε τυχαία και δεν περιοριστήκαμε σε ένα τυπικό χαιρετισμό αφού ο Χρίστος κοντοστάθηκε γελαστός κι ενθουσιώδης, έτοιμοςπάντα να πει τα δικά του, αλλά και να ακούσει. Παλιός γνώριμος, άνθρωπος με έντονη κοινωνική συνείδηση που δίνει χρόνο στη φιλία, που ψάχνεται μέσα του και θέλει να μαθαίνει και να ξέρει τι συμβαίνει γύρω του.

Ανταλλάξαμε έτσι στο πόδι κάποιες παρατηρήσεις για τη σημερινή δημοσιογραφία των εντυπώσεων και της εικόνας και παρόλο που ήθελα να συνεχίσουμε την κουβέντα, έπρεπε να την τελειώσουμε εκεί, γιατί είχα μπροστά μου ανοικτή μια…δημοσιογραφική εκκρεμότητα που περίμενε να κλείσει. Ένιωσα  τύψεις γιατί όπως  και να το κάνουμε σπανίζουν στις μέρες μας οι αυθεντικοί συνομιλητές, οι γενναιόδωροι, αυτοί που ενδιαφέρονται, που παίρνουν αλλά και δίνουν, χωρίς να…τσιγκουνεύονται τον εαυτό τους.

Αποχαιρετιστήκαμε λοιπόν αφού μου ενεχείρισε την προσωπική του κάρτα. Δόθηκαν εκατέρωθεν  υποσχέσεις να τα πούμε σύντομα – και να τα πούμε σίγουρα χωρίς βιασύνη και χωρίς ανησυχία για τη δουλειά που αφήσαμε στη μέση. Ο αποχαιρετισμός έγινε μέσα στη βαβούρα, με τους άλλους να πηγαινοέρχονται γύρω μας βιδωμένοι στα κινητά τους. Να είναι με παρέα αλλά να είναι μόνοι. Να…νομίζει ο συνοδός τους ότι μιλούν σ’ αυτόν, αλλά…να απευθύνονται στον ακροατή στην άλλη άκρη της γραμμής…

Άθελα μου αναρωτήθηκα σε ποιο βαθμό είμαστε κι εμείς παγιδευμένοι σ’ αυτό το άνυδρο τοπίο της επικοινωνιακής ξεραϊλας το κλεισμένο ανάμεσα σε φράκτες επεκτατικών…φυτών. Ναι μιλούμε και συναλλασσόμαστε μεταξύ μας, κάνουμε παρέα, βγαίνουμε έξω για διασκέδαση, αλλά πόσο πραγματικά ακούμε τον διπλανό μας; Μήπως τα λόγια του δεν μας αγγίζουν; Μήπως είμαστε…μακριά; Υποθέτω ότι για να είσαι κοντά, πρέπει να ξοδέψεις ένα ποσοστό ενέργειας, να συγκεντρωθείς, να νοιαστείς, να μετακινηθείς από εσένα, σ’ αυτόν.  Και ποιος έχει διάθεση να γίνει δρομέας μιας τόοοοσο μεγάλης απόστασης, με τόοοοση πολλή δουλειά και τόοοοσες πολλές υποχρεώσεις να τον περιμένουν;