Ενώ συνεχίζονται σήμερα για δεύτερη μέρα στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας τα εργαστήρια, οι συζητήσεις, η προβολή ταινιών μικρού μήκους και πολλές άλλες εκδηλώσεις στο πλαίσιο του διήμερου (27-28 Μαρτίου 2026) αντιρατσιστικού φεστιβάλ που οργανώνει ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός Generation for Change CY, έρχονται στο μυαλό μου πολλοί από τους άγνωστους ξένους, άντρες, γυναίκες και παιδιά που γνώρισα όλα αυτά τα χρόνια. Τους συνάντησα σε μικρές, γυμνές κάμαρες, σε κέντρα υποδοχής, σε αντίσκηνα διαμαρτυρίας, σε διαδηλώσεις και σε απεργίες πείνας – σε εμπειρίες οδυνηρές που συσσωρεύτηκαν μέσα μου, εκεί που καταλήγουν όλα.
Θυμάμαι τον Ουίλιαμ στο Κέντρο Υποδοχής Αιτητών Ασύλου στην Κοφίνου, τον νεαρό Παλαιστίνιο δάσκαλο που τίποτε δικό του δεν είχε, ούτε σπίτι, ούτε δουλειά, ούτε χρήματα, ούτε καν το όνομά του, που το αποχωρίστηκε κι αυτό για λόγους ασφαλείας… Τα ρούχα που φορούσε ήταν προσφορά φιλάνθρωπων εθελοντών, το φαγητό που έτρωγε το πλήρωνε το κράτος και στεκόταν στην ουρά για να το πάρει. Είχε φύγει από την πατρίδα του γιατί μισούσε τον πόλεμο και ήρθε στην Κύπρο όπου έχασε κάτι πολύ μεγαλύτερο από την πατρίδα, το ίδιο το νόημα της ζωής του.
Θυμάμαι τον Σιλβάν από την Ακτή του Ελεφαντοστού και τον Μοχάμετ από το Μπανγκλαντές που ακρωτηριάστηκε στο χέρι από έκρηξη γκαζιού στην τρύπα που ενοικίαζε στην παλιά Λευκωσία και ήταν καθηλωμένος και χαμένος μέσα στον φόβο. Ο Σιλβάν είχε πρόσωπο πιο μαύρο από τη νύχτα που μας αγκάλιαζε, καθώς περπατούσαμε εκείνο τον χειμώνα στην ίδια γειτονιά ενώ μου έδινε συνέντευξη.
Θυμάμαι τον Φέλιξ και την Τερέσα από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, αιτητές ασύλου που γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν στην Κύπρο. Στην Κύπρο γεννήθηκαν τα παιδιά τους, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι που εδώ στο νησί μας είδαν τον ήλιο για πρώτη φορά – κι αυτή είναι η μοναδική πατρίδα που ξέρουν. Δεν ξέρουν ότι οι γονείς τους είναι αιτητές ασύλου, δεν ξέρουν τι είναι πολιτικό άσυλο, ούτε τι είναι το καθεστώς αναγνωρισμένου πρόσφυγα, ούτε τι είναι η Σύμβαση της Γενεύης, ούτε τι σημαίνει γενική κατάσταση παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Αυτό που ξέρουν κι αυτό που νιώθουν είναι ότι η μητέρα κι ο πατέρας τους είναι θυμωμένοι, είναι αγχωμένοι, είναι λυπημένοι και ανήσυχοι σε αυτήν την …παράξενη χώρα όπου τους κάνουν παρέα μόνο λίγοι μαύροι άνθρωποι σαν αυτούς, όπου οι πολλοί άσπροι άνθρωποι είναι βιαστικοί και πάντα φευγαλέοι και αγέλαστοι.
Αυτό που ξέρουν κι αυτό που νιώθουν τα παιδιά του Φέλιξ και της Τερέσα είναι η μοναχική εμπειρία του ξένου.