Αν συνεχίσουμε έτσι, δεν χρειαζόμαστε ανεξάρτητο ποινικό ανακριτή. Χρειαζόμαστε casting. Να περάσουν από δοκιμαστικά ο αστυνόμος Σαΐνης, ο επιθεωρητής Κλουζό, ο ντετέκτιβ Πουαρό, ακόμη και ο πολύς Σέρλοκ Χολμς. Όποιος πείσει, να αναλάβει να ξεκαθαρίσει την υπόθεση «Σάντη».

Επειδή πλέον δεν έχουμε απλώς έλλειψη εμπιστοσύνης. Έχουμε πλήρη κατεδάφιση. Δεν εμπιστεύεται την Αστυνομία. Δεν εμπιστεύεται τη Νομική Υπηρεσία. Και άντε, αυτές λόγω αμαρτωλού παρελθόντος, βρίσκονται υπό διαρκή αμφισβήτηση.

Δεν εμπιστεύεται, όμως, ούτε τη Γιούροπολ. Δεν εμπιστεύεται ούτε και το FBI. Από χθες, ούτε τον ειδικό Ντίνο Παστό, που αποκάλυψε ότι το περιβόητο ηχητικό με το «ταξίδι στη Γερμανία» είναι προϊόν κοπής και ραφής από ντοκιμαντέρ για τη Βενεζουέλα.

Ποιος απομένει; Κανείς. Έλα, όμως, που στην πορεία αυτής της υπόθεσης, πολλά από τα «στοιχεία» καταρρέουν το ένα μετά το άλλο. Δεν τον στηρίζει η ίδια η «Σάντη», η οποία κατέθεσε ότι τα μηνύματα που διοχέτευσε στον Νίκο Κληρίδη και έφτασαν στα χέρια του Δρουσιώτη, δεν είναι αυθεντικά.

Δεν τον στηρίζουν ούτε τα μέλη της οικογένειάς της με τις καταθέσεις τους. Δεν τον στηρίζει ούτε καν ο Νίκος Κληρίδης, ο οποίος διαχώρισε τη θέση του. Δεν τον στηρίζουν κρίσιμα πραγματικά δεδομένα που έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση ή έχουν ήδη διαψευστεί δημόσια.

Ο Δρουσιώτης επιμένει με ένα αίτημα: Το διορισμό ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή. Και αυτό, ίσως να είναι το μόνο στο οποίο έχει δίκαιο και το είχε υποστηρίξει αυτή η στήλη από τις πρώτες μέρες. Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη των Αρχών.

Αυτός ο ανακριτής έπρεπε να είχε διοριστεί από την πρώτη στιγμή. Όχι εκ των υστέρων, όταν η υπόθεση έχει ήδη φορτιστεί, πολωθεί και ουσιαστικά δηλητηριαστεί στη δημόσια σφαίρα. Τότε που υπήρχε ακόμη έδαφος για ψύχραιμη διερεύνηση και στοιχειώδη εμπιστοσύνη.

Δεν το έπραξαν. Σήμερα τρέχουν πίσω από μια υπόθεση που έχει μετατραπεί σε βούρκο καχυποψίας, διαρροών, αντιφάσεων και δημόσιων αντιπαραθέσεων. Μια υπόθεση που έχει διχάσει την κοινωνία και την έχει τοποθετήσει σε αντίπαλες κερκίδες για να καβγαδίζουν δίκην φανατικών οπαδών.

Η λύση, αν υπάρχει ακόμη περιθώριο αποκατάστασης, είναι μόνο μία. Πλήρης, ανεξάρτητη και χωρίς εξαιρέσεις διερεύνηση όλων των πτυχών. Όλων. Χωρίς φόβο, χωρίς κολλήματα.

Αν θέλουμε να μιλάμε σοβαρά για διαφάνεια, τότε δεν μπορεί να υπάρχουν «βολικά» και «άβολα» σημεία. Πρέπει να εξεταστούν ανεξαιρέτως όλα όσα τέθηκαν στη δημόσια σφαίρα. Οι ισχυρισμοί για οικονομικές συναλλαγές. Οι αναφορές για πιθανά ταξίδια και μετακινήσεις. Οι καταγγελίες ή αιτιάσεις γύρω από οικογενειακές συνθήκες.

Το ίδιο και οι πιο ακραίες αναφορές που κυκλοφόρησαν, ακόμη κι αν μοιάζουν υπερβολικές ή περιθωριακές. Η διερεύνηση πρέπει να στοχεύει στη διάλυση και της τελευταίας σκιάς ή στην αποκάλυψη έστω και της μοναδικής αλήθειας. Όχι στη διαχείριση εντυπώσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, ακριβώς, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα η χθεσινή κραυγή αγωνίας του νομικού Αχιλλέα Αιμιλιανίδη. Υπενθύμισε κάτι θεμελιώδες, ότι τέτοιες υποθέσεις δεν κρίνονται μόνο από τα γεγονότα τους, αλλά και από τον τρόπο που επηρεάζουν την κοινωνική συμπεριφορά απέναντι στις καταγγελίες.

Τόνισε ότι αυτήν τη διαδικασία δεν την παρακολουθούν μόνο οι άμεσα εμπλεκόμενοι. Την παρακολουθούν και άλλα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης, βιασμού και εκμετάλλευσης από πρόσωπα ισχύος. Την παρακολουθούν άνθρωποι που βρίσκονται στη σιωπή. Άνθρωποι που ζουν καθημερινά με τον φόβο και τη ντροπή.

Βλέπουν τι συμβαίνει όταν μια καταγγελία βγαίνει στο φως. Πώς ξεκινά ένας δημόσιος διασυρμός. Πώς γίνεται μια συλλογική εισβολή στην ιδιωτική ζωή. Πώς ανασύρονται προσωπικά δεδομένα. Βλέπουν ένα κοινωνικό ντελίριο που ψάχνει να κατασπαράξει. Κυρίως, βλέπουν πώς μπερδεύονται οι πραγματικοί βιασμοί με ενδεχόμενες μυθοπλασίες.

Και τότε, η πιο κρίσιμη ερώτηση δεν αφορά τον Δρουσιώτη. Ούτε τη «Σάντη». Ούτε τις Αρχές. Αφορά αυτούς τους ανθρώπους. Αν είσαι θύμα και τα βλέπεις όλα αυτά, τι κάνεις; Βγαίνεις να μιλήσεις; Ή σωπαίνεις;

Η απάντηση είναι εύκολα αντιληπτή και προκαλεί τρόμο. Αυτό θα είναι το μεγαλύτερο έγκλημα από όλα. Επειδή κάθε τέτοια υπόθεση που μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα, κάθε διαδικασία που καταρρέει μέσα σε αλληλοκατηγορίες και διαρροές, κάθε στιγμή που η κοινωνία λειτουργεί σαν όχλος, στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: «Μην μιλήσεις. Δεν θα σε προστατεύσει κανείς».

Τότε, πράγματι, δεν θα χρειάζεται κανένας Σέρλοκ Χολμς. Επειδή κανείς δεν θα εμπιστεύεται οποιονδήποτε για οτιδήποτε. Και ουδείς θα χρειάζεται να ψάξει το παραμικρό.

Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι ποιος θα δικαιωθεί σε αυτή την υπόθεση. Είναι αν θα μείνει κάποιος να εμπιστεύεται οτιδήποτε στο μέλλον. Αν η εικόνα που παγιώνεται είναι ότι κανένας θεσμός δεν είναι αξιόπιστος. Κανένα στοιχείο δεν είναι ασφαλές. Καμία διαδικασία δεν είναι καθαρή. Τότε το αποτέλεσμα είναι ένα και μοναδικό: Η απόλυτη θεσμική παράλυση.

Εδώ ακριβώς γεννιέται ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Όχι απλώς η αμφισβήτηση των θεσμών, αλλά η πλήρης κατάρρευση της πίστης σε οποιαδήποτε διαδικασία αλήθειας.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η διαφθορά δεν χρειάζεται να κρύβεται. Επειδή δεν θα επιβιώσει απλώς. Θα κυριαρχήσει απόλυτα. Η εμπιστοσύνη σε οποιονδήποτε θεσμό θα είναι ανύπαρκτη. Θα υπάρχει μόνο σιωπή. Ή θα οδηγήσει σε κάτι ακόμη χειρότερο: Το χάος!