Ο Τζέιμς Τζόις με τον δικό του Οδυσσέα-Μπλουμ ταράζει τα ήθη της εποχής του και προβληματίζει τους αναγνώστες μέχρι σήμερα.
Ο Όμηρος με την Οδύσσεια επινόησε έναν μύθο, αυτόν ενός ήρωα του Τρωικού πολέμου, ο οποίος χρειάστηκε δέκα χρόνια για να επιστρέψει στην πατρίδα του. Δέκα χρόνια για να διατρέξει, στην ουσία, το Αιγαίο! Όπου συνάντησε σχεδόν ό,τι κακό υπήρχε –και, κυρίως, δεν υπήρχε– στον κόσμο, από τέρατα κάθε είδους μέχρι την κατάβαση στον Άδη. Ο Ιρλανδός συγγραφέας Τζέιμς Τζόις (James Joyce, 1882-1941) έκανε κάτι ανάλογο: Ο δικός του «Οδυσσέας» (Ulysses ο τίτλος του βιβλίου του, παρμένος από τα λατινικά), ο Λεοπόλδος Μπλουμ, χρειάστηκε πάνω από 800 σελίδες αλλά μόνο 24 ώρες για να διατρέξει το Δουβλίνο και να διαπράξει, σε μια παρωδία της Οδύσσειας, κάθε λογής ταπεινές ανθρώπινες δραστηριότητες και βίτσια (αφόδευση και ούρηση, κοπροφιλία, αυνανισμό, σαδομαζοχιστικές παραισθήσεις κ.ά.).
Ο Τζόις, όπως έκανε προφανώς και ο Όμηρος για τη δική του εποχή, θέλησε μέσα από την υπερβολή της μυθοπλασίας του να αναλύσει και να σχολιάσει πολλά από τα αμφιλεγόμενα θέματα που κυριαρχούν στην Ιρλανδία της εποχής του, πολιτικά και θρησκευτικά. Ο συγγραφέας δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα καθώς καταγράφει και περιγράφει σκέψεις και πράξεις, δικές του και άλλων ανθρώπων, όσο αισχρές και άσεμνες κι αν είναι. Αποδομώντας τον δικό του Οδυσσέα-Μπλουμ, επικρίνει ταυτόχρονα τους Βρετανούς αποικιοκράτες αλλά και τους φανατικούς Ιρλανδούς εθνικιστές της εποχής του.
Όπως επισημαίνει ο Ελευθέριος Ανευλαβής, ο τελευταίος μεταφραστής του «Οδυσσέα» (εκδ. Κάκτος 2014), «το Δουβλίνο, στις 16 Ιουνίου του 1904, γίνεται το σύμπαν των ανθρώπων, της Ιστορίας, της θρησκείας, του πατριωτισμού, της λαγνείας, της προδοσίας. Σχεδόν κάθε μορφή ανθρώπινης εμπειρίας, σκέψεις, συναισθήματα, αναμνήσεις ρέουν, με την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου, στο ρεύμα του υποσυνείδητου και εκβράζονται στην επιφάνεια, περιγράφοντας την πραγματική ζωή της πόλης και των ανθρώπων της». Ενόσω η βρετανική κατοχή και η προκλητική στρατιωτική παρουσία των Βρετανών ταπείνωνε τους Ιρλανδούς, η καταπιεστική δομή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας διευκόλυνε τη διαφθορά. Για τον Τζόις, ωστόσο, η μέρα εκείνη –Παρασκευή 16 Ιουνίου 1904– είναι ξεχωριστή: Τότε είχε το πρώτο του ερωτικό ραντεβού με τη γυναίκα της ζωής του, τη Νόρα Μπάρνακλ, καμαριέρα σε ξενοδοχείο του Δουβλίνου, με την οποία έζησε σχεδόν 30 χρόνια πριν να παντρευτούν.
Ο «Οδυσσέας» είναι ένα βιβλίο δύσκολο, πολλοί το έχουν χαρακτηρίσει αδιάβαστο – εγώ ο ίδιος, αν και συστηματικός αναγνώστης, το παράτησα στη μέση πριν αρκετά χρόνια. Ίσως ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης να είχε και η μετάφραση (του Σωκράτη Καψάσκη, Κέδρος 1990). Σκέφτομαι να κάνω δεύτερη απόπειρα, αυτή τη φορά με τη μετάφραση του Ανευλαβή, την οποία πολλοί χαρακτηρίζουν ως εξαιρετική, με άπειρα υποβοηθητικά σχόλια σε υποσημειώσεις. Και αυτό όχι γιατί «είναι ένα από τα Χ βιβλία που πρέπει να διαβάσεις στη ζωή σου», όπως λένε πολλοί, ούτε επειδή έφερε επανάσταση στη λογοτεχνία και θεωρείται «ένα βιβλίο στο οποίο όλοι μας χρωστάμε και από το οποίο κανείς μας δεν μπορεί να ξεφύγει», σύμφωνα με τον Τόμας Έλιοτ. Ίσως να με εξιτάρει περισσότερο αυτό που είχε πει η Βιρτζίνια Γουλφ: Ότι είναι ένα μυθιστόρημα στο οποίο «καμία μέθοδος γραψίματος και κανένας λογοτεχνικός πειραματισμός δεν απαγορεύεται. Το μόνο που απαγορεύεται είναι η δολιότητα και η υποκρισία. Σε ένα τέτοιο έργο, οτιδήποτε είναι κατάλληλο υλικό. Κάθε αίσθημα, κάθε σκέψη, εφόσον έχει πνεύμα και ζωή μέσα της».
Ο Τζόις χρησιμοποιεί το αρχαίο έπος για να περιγράψει τις πληκτικές και χυδαίες συζυγικές και κοινωνικές σχέσεις ενός μέτριου διαφημιστή. Ο Οδυσσέας-Μπλουμ είναι μια καρικατούρα του ομηρικού ήρωα, ένας καθημερινός, ασήμαντος, κοινότοπος, «ήρωας» της εποχής του, ίσως και της δικής μας. Το βιβλίο, όπως παρατηρεί ο Ανευλαβής, είναι «ένας καθρέφτης της ζωής όπου μέσα από τις λέξεις ξεπετάγονται προθέσεις, επιθυμίες κρυφές και φανερές, όνειρα, ματαιώσεις, ελπίδες, και καθρεφτίζουν τη ζωή όπως είναι, παραμορφωμένη, θολή, διασπασμένη». Οι λέξεις, στον καθρέφτη του «Οδυσσέα», αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο παγιδευμένο στο υποσυνείδητό του, την ώρα που ο αναγνώστης μπαίνει στο κεφάλι του και κρυφακούει τις ανομολόγητες σκέψεις του.
Να διαβάσει, λοιπόν, κανείς το βιβλίο αυτό – και γιατί; Δεν υπάρχει μία απάντηση, καταφατική ή αρνητική. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για το ένα και πολλοί για το άλλο, όμως όλοι έχουν να κάνουν με το τι ζητά κανείς από ένα μυθιστόρημα – και είναι όλοι τους προσωπικοί. Όσο με αφορά, με απασχολεί το… αυξανόμενο ύψος των αδιάβαστων βιβλίων μου, ενόσω συνεχίζω να τα αγοράζω μήπως κάποιο ενδιαφέρον μου ξεφύγει και αργότερα ίσως να μην το βρίσκω. Ωστόσο, όσον αφορά τον Τζόις και τον «Οδυσσέα», την Τρίτη 16 Ιουνίου είναι η ετήσια επέτειος για το βιβλίο, η λεγόμενη Bloomsday. Όσοι ενδιαφέρεστε, στο ARTos των Αγ Ομολογητών οργανώνεται μια εκδήλωση (στις 8 μ.μ.) από το Ιδεοδρόμιο και την ιρλανδική πρεσβεία, με μουσική, τραγούδι, διάβασμα αποσπασμάτων και συζήτηση. Ίσως εκεί βρείτε τη δική σας απάντηση.
* Η φωτογράφος Ίβ Άρνολντ απαθανάτισε το 1955 τη Μέριλιν Μονρό να διαβάζει τον «Οδυσσέα» σε μια παιδική χαρά στο Λονγκ Άιλαντ της Ν. Υόρκης. Η εικόνα αυτή είναι αντίθετη με το στερεότυπο της «χαζής ξανθιάς» που ακολουθούσε την ηθοποιό, εφόσον μάλιστα η Άρνολντ επιβεβαίωσε ότι το στιγμιότυπο δεν ήταν στημένο. Η Μέριλιν της είπε ότι είχε το βιβλίο στο αυτοκίνητό της και το διάβαζε λίγο-λίγο, φωναχτά, γιατί αυτό τη βοηθούσε να το κατανοήσει. Όπως φαίνεται στη φωτογραφία, βρίσκεται στις τελευταίες, ιδιαίτερα απαιτητικές σελίδες του.
chrarv@philelefheros.com
Minority Report, ΕΛΕΥΘΕΡΑ 14.06.2026