Για μια γυναίκα που προσκλήθηκε αλλά…δεν πήγε στην εκδήλωση του Ιδρύματος «Ζωή κατά της Εμπόλεμης Βίας» προχθές Παρασκευή στο Προεδρικό Μέγαρο, μίλησε από το βήμα η πρόεδρος του Ιδρύματος Νατάσσα Φρειδερίκου. «Πριν από λίγες μόνο ημέρες – ανέφερε – συνάντησα μία από τις γυναίκες που βίωσε τη φρίκη των βιασμών από τους Τούρκους το 1974. Την προσκάλεσα στη σημερινή εκδήλωση. Χάρηκε. Συγκινήθηκε. Μου είπε ότι θα ήθελε να έρθει. Όταν όμως συνειδητοποίησε ότι θα υπάρχουν κάμερες, η απάντησή της άλλαξε. «Δεν μπορώ να με δει κόσμος ότι ήρτα τζιαμέ», μου είπε.
Πενήντα δύο χρόνια μετά και ακόμη νιώθει ντροπή και φοβάται τι θα πει ο κόσμος. Ακόμη κουβαλά τις ψυχολογικές, συναισθηματικές και σωματικές συνέπειες όσων βίωσε. Όχι μόνο του ίδιου του βιασμού. Αλλά και όσων ακολούθησαν. Της σιωπής, του κοινωνικού στιγματισμού, της απόρριψης που βίωσαν πολλές γυναίκες μέσα σε οικογένειες πουαντί να τις αγκαλιάσουν, τις έκρυψαν.Πουτις έστειλαν στο εξωτερικό για να μη μάθει κανείς τι είχε συμβεί, που εγκαταλείφθηκαν από τους συζύγους τους. Μου μίλησε για τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει μέχρι σήμερα. Για τις γυναικολογικές επιπλοκές που τη συνόδευσαν σε όλη της τη ζωή. Για τις επεμβάσεις που χρειάστηκε να υποστεί.
Όταν μίλησα σε εκείνη τη γυναίκα για το μνημείο, στην αρχή τρόμαξε. Νόμισε ότι θα αναγράφονταν ονόματα. Φοβήθηκε μήπως εκτεθεί. Της εξήγησα ότι πρόκειται για ένα μνημείο τιμής και όχι ένα μνημείο στιγματισμού. Και τότε με κοίταξε και μου είπε: «Να το κάμετε, κόρη μου». Και μετά πρόσθεσε: «Κάμετέ το κάπου κοντά μας». Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτά τα λόγια. Γιατί μέσα σε αυτά τα λίγα λόγια κρύβεται ίσως η βαθύτερη ανάγκη αυτών των γυναικών. Να γνωρίζουν ότι δεν ξεχάστηκαν, ότι η κοινωνία τις βλέπει, τις σέβεται, τις τιμά. Και ότι αναγνωρίζει επιτέλους πως και αυτές είναι πραγματικές ηρωίδες του πολέμου».