Κάθε Ιούλη οι πικρές μνήμες επανέρχονται. Η μνήμη είναι ευθύνη. Κάθε Ιούλιο, η Κύπρος θυμάται. Η μνήμη των νεκρών, των αγνοουμένων, των προσφύγων δεν είναι τελετουργική. Είναι ηθική υποχρέωση. Η ιστορική αλήθεια δεν πρέπει να θολώσει, ούτε να γίνει αντικείμενο πολιτικής σκοπιμότητας. Για κάποιους βέβαια είναι μια «επετειακή» ανάγκη. Για πολλούς είναι η πικρή ανάμνηση όσων έζησαν πριν 52 χρόνια. Για τους νεότερους είναι η μνήμη πως μεγάλωσαν σε συνθήκες ημικατοχής. Είναι κι αυτοί που προσπαθούν να αναθεωρήσουν την Ιστoρία, να δικαιολογήσουν άμεσα ή έμμεσα την εισβολή, φορτώνοντας την ευθύνη στο θύμα. Διότι ασφαλώς τα όποια λάθη της ελληνικής πλευράς δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την εισβολή και προπάντων τη συνεχιζόμενη κατοχή. Η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν και παραμένει μια ανεξάρτητη Πολιτεία και κανένας διεθνής νόμος δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατοχή των εδαφών της από τον εισβολέα.
Γνωρίζουν οι νεοφιλελεύθεροι αναθεωρητές πως με τις πικρές εμπειρίες του παρελθόντος, με όλη την πείρα που συσσωρεύτηκε, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι μπορούν να συμβιώσουν χωρίς κανένα πρόβλημα, στο πλαίσιο μάλιστα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι δε τραγικό να ακούονται κάποτε γενναίες φωνές από Τουρκοκυπρίους που μιλούν εναντίον της κατοχής και να υπάρχουν Ελληνοκύπριοι που άμεσα ή έμμεσα να τη δικαιολογούν.

Υπάρχει βέβαια και ο κίνδυνος της συνήθειας. Η διχοτόμηση έχει γίνει καθημερινότητα. Οι νέες γενιές μεγάλωσαν με οδοφράγματα, με τη Λευκωσία χωρισμένη, με την ιδέα ότι «έτσι είναι τα πράγματα». Αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος: να γίνει η διχοτόμηση αποδεκτή ως φυσιολογική. Η διχοτόμηση όμως δεν είναι φυσιολογική. Δεν είναι μόνιμη. Δεν πρέπει να γίνει συνήθεια.
Η πολιτική στασιμότητα δεν πρέπει να γίνει κοινωνική παραίτηση. Οι διαπραγματεύσεις έχουν κουράσει. Οι απογοητεύσεις έχουν συσσωρευτεί. Όμως η παραίτηση δεν είναι λύση. Η ελευθερία δεν έρχεται από μόνη της. Απαιτεί αγώνα με λαϊκή συμμετοχή, Απαιτεί μια νέα στρατηγική επανατοποθέτησης του Κυπριακού για ένα κανονικό κράτος χωρίς φυλετικές δομές.
Οι επέτειοι είναι για να θυμόμαστε βέβαια, είναι ημέρες μνήμης, αλλά είναι και ημέρες στοχασμού, μελέτης και σχεδιασμού για το μέλλον. Οι καλοθελητές επαναλαμβάνουν το ίδιο τροπάρι για τις «χαμένες ευκαιρίες». Επαναλαμβάνουν, όπως το κάνουν συνεχώς εδώ και μισό αιώνα, κάθε φορά που γίνεται μια προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού, πως τάχατες είναι η «τελευταία ευκαιρία». Και φορτώνουν με ενοχές τους πολίτες γιατί δεν βρέθηκε λύση. Γιατί δεν δέχτηκαν μια λύση που θα καταπατούσε τα ανθρώπινα δικαιώματα τους, θα κατέλυε την Κυπριακή Δημοκρατία και θα έδινε δικαιώματα επικυριαρχίας στην Τουρκία σε ολόκληρο το νησί. Μόνον πολιτικά αστοιχείωτοι όμως μπορούν να μιλούν συνεχώς για «τελευταία ευκαιρία» και πάντα να διαψεύδονται από τα γεγονότα. Όσο ένα πρόβλημα παραμένει άλυτο πάντα θα αναζητείται η λύση του. Στην ουσία η θεωρία της τελευταίας ευκαιρίας χρησιμοποιείται ως πολιτικός εκβιασμός για να υποχρεωθεί ο λαός να αποδεχθεί τα τετελεσμένα της εισβολής και της κατοχής. Δεν έχει κανείς παρά να θυμηθεί τον εκβιασμό που ασκήθηκε με το σχέδιο Ανάν και που κατά κόρον επαναλαμβανόταν ότι επρόκειτο για την τελευταία ευκαιρία επίλυσης του Κυπριακού. Και ώ του θαύματος μας παρουσιάστηκαν ξανά και άλλες ευκαιρίες και πάλι η κάθε μια από αυτές θεωρήθηκε ως η τελευταία!
Τι να πει δε κάποιος και για τη μυθολογία που δημιουργήθηκε γύρω από το Κράν Μοντανά, ότι τάχα η Τουρκία ήταν έτοιμη για λύση και σηκωθήκαμε και φύγαμε εμείς! Θα έπρεπε μας λένε κάποιοι να δεχτούμε λύση με την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων και με τουρκικές εγγυήσεις. Ποτέ δεν θα υπάρξει λύση όσο η Τουρκία θα επιμένει να είναι ο κηδεμόνας μας. Διότι το πρόβλημα μας δεν είναι δικοινοτικό όπως το έχουμε καταντήσει. Είναι ο ρόλος που επιμένει να έχει η Τουρκία ως επικυρίαρχη δύναμη επί του συνόλου του νησιού,
Δεν σημαίνει φυσικά πως δεν πρέπει να αδράξουμε την όποια ευκαιρία παρουσιαστεί και να καταβάλουμε την αναγκαία προσπάθεια για την εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης. Διότι ασφαλώς ο χρόνος εδραιώνει τα κατοχικά δεδομένα.
Ποτέ όμως η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ήταν τόσο ισχυρή όσο σήμερα, παρά τα εσωτερικά χάλια με τη διαφθορά, για να επιδιώξει τη λύση εκείνη που θα διασώζει την ίδια και τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών της. Η προοπτική συνεργασίας της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση περνά και από τη Λευκωσία. Το έχουν εκφράσει κατ’επανάληψη όλοι οι σοβαροί πολιτικοί αναλυτές, Τούρκοι, Αμερικανοί και Άγγλοι. Φτάνει βέβαια Λευκωσία και Αθήνα να χρησιμοποιήσουν το ευρωπαϊκό χαρτί με τον ίδιο ζήλο που το κάνουν για την Ουκρανία. Οποιεσδήποτε και να είναι οι εσωτερικές εξελίξεις στην Τουρκία, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της με μια ειδική σχέση με την ΕΕ, δεν πρόκειται να ανακοπεί ποτέ. Αυτός ο προσανατολισμός άρχισε με τους τελευταίους σουλτάνους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και οριοθετήθηκε αργότερα από τους Νεοτούρκους και τον Μουσταφά Κεμάλ. Σε αυτό τον προσανατολισμό προσεχώρησαν και οι ισλαμιστές για τους δικούς τους λόγους. Το πρόβλημα είναι η μονοδιάστατη πολιτική Αθήνας και Λευκωσίας και η αδυναμία τους να εκμεταλλευτούν τις διεθνείς ισορροπίες, να ανοίξουν δρόμους πέρα από την πολιτική της υποτέλειας.
Σε μας εναπόκειται να οριοθετήσουμε τη δική μας πολιτική στη βάση αυτών των δεδομένων και των νέων γεωπολιτικών ισορροπιών και όχι στην ανιστόρητη πολιτική της «τελευταίας ευκαιρίας» ή την άλλη της σωστής πλευράς της Ιστορίας. Ή ακόμη την κοντόφθαλμη πολιτική που βλέπει την Τουρκία να καταρρέει κάθε πρωί!
Οι μνήμες του Ιούλη πρέπει να καθοδηγούν τα βήματα μας στην οργάνωση μιας δημοκρατικής, κοσμικής Πολιτείας, ενός επιτέλους σοβαρού κράτους, με σεβασμό των δικαιωμάτων όλων των πολιτών, όποια και να είναι η καταγωγή τους, η θρησκεία ή η γλώσσα τους. Με μια κοινή πολιτική ευρωπαική ταυτότητα που δεν θα θέτει όμως υπό διαπραγμάτευση την όποια εθνική ταυτότητα των πολιτών.
Χρειαζόμαστε μια νέα ανατρεπτική στρατηγική και να μη παραδώσουμε το μοναδικό όπλο επιβίωσης που έχουμε στα χέρια μας, την Κυπριακή Δημοκρατία. Το έλλειμμα όμως εθνικής στρατηγικής βοά κυριολεκτικά τόσο στο Κυπριακό όσο και γενικότερα στα Ελληνοτουρκικά.
Χρειάζεται επίσης η δόμηση ενός κράτους δικαίου και κοινωνικής δικαιοσύνης όπως και η ανακοπή μιας χρόνιας διαφθοράς που μας εκθέτει διεθνώς και καθημερινά. Δεν θα μπορέσουμε να επιβιώσουμε με μια διαφθορά που έχει απλώσει παντού τα πλοκάμια της και έχει διαλύσει τα πάντα, με την χρεοκοπία του κράτους και των θεσμών του, του πολιτικού συστήματος, των θεσμών της κοινωνίας.
Οι τελευταίες κινήσεις για το Κυπριακό αναδεικνύουν επίσης έντονα το ΝΑΤΟϊκό ενδιαφέρον, το οποίο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο διασυνδέεται και με την Ευρωπαϊκή Ένωση και με τους Αμερικανούς που όλοι θα βρίσκονται στην Άγκυρα αυτές τις μέρες για τη σύνοδο του ΝΑΤΟ (7-8 Ιουλίου) και μόνο η Κύπρος θα απουσιάζει, αν και ΝΑΤΟποιημένη με την πολιτική του προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη. Ακόμη και ο ΟΗΕ μέσω της αντιπροσώπου του Γενικού Γραμματέα του της κ.Ολγκίν, φαίνεται να εισηγείται ότι το θέμα της ασφάλειας μπορεί να λυθεί μέσω του ΝΑΤΟ.
Έρχονται δύσκολοι καιροί…
*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας, Email stephanos.constantinides@gmail.com