Έτσι όπως μπήκαμε για καλά στο καλοκαίρι, ας πάρουμε σήμερα μια βαθιά ανάσα, πέρα από τη σκληρή ειδησεογραφία των εγκλημάτων, των σκανδάλων και των κομματικών αντιπαραθέσεων κι ας δώσουμε λίγα λεπτά από τον χρόνο μας σε κάτι πιο όμορφο, ευγενικό και ρομαντικό – ας ρίξουμε μια ματιά στην ποίηση του Κώστα Μόντη (1914-2004), έτσι όπως την παρουσίασε σε φιλολογικό μνημόσυνο ο ποιητής και συγγραφέας δρ Νίκος Ορφανίδης. Κοντοστέκομαι ιδιαίτερα στην αναφορά Ορφανίδη σε δύο ποιήματα του Μόντη, με πρώτο το «Άγιοι Oμολογητές», της συλλογής «Και τότ’ εν ειναλίη Κύπρω» του 1974:
«Τις καλοκαιριάτικες νύχτες όταν το φεγγάρι απαλείφη τους θορύβους της λεωφόρου και τις επήλυδες πολυκατοικίες και τα γραφεία του Γενικού Εισαγγελέως κι’ o λοφίσκος επανακτά τα παλαιά κι’ o δρόμος του Κυβερνείου επανακτά τα παλαιά, εσύ είσαι ακόμα εκεί δεκαοχτώ χρονών ακουμπημένη στα κάγκελλα του δασυλλίου με το ίδιο κόκκινο φόρεμα, εσύ είσαι ακόμα εκεί, με την ίδια αναμονή».
Όπως σημείωσε στην εισήγησή του ο δρ Ορφανίδης, «ο ποιητής πλέον μετακινείται από την αθηναϊκή πόλη, στην πόλη της Λευκωσίας. Εκεί επιμένει. Θα έλεγα πως αφήνει πίσω oριστικά την πόλη των Αθηνών, αυτήν της νεότητος, για να καταθέσει μια μεγάλη σειρά από ποιήματα του άστεως, με τη Λευκωσία και ιδιαιτέρως ή ιδιαζόντως τα προάστειά της».
Ο δρ Ορφανίδης διάβασε, επίσης, ένα νεότερο ποίημα του Κώστα Μόντη με τίτλο «Τα περιστέρια των πολυκατοικιών στη Λευκωσία». Παρατήρησε ότι «είναι εμφανείς οι ποιητικές αντιστοιχίες, μόνο που τη γυναικεία αθωότητα, διαδέχεται ή διαδέχονται τα περιστέρια των πολυκατοικιών». Να το ποίημα:
«Αργά, τις τελευταίες μεταμεσονύχτιες ώρες όταν όλα πια σιγήσουν οι θόρυβοι ανακληθούν κι’ απορροφηθούν κι’ οι άνθρωποι και τ’ αυτοκίνητα αποσυρθούν στα καβούκια τους, κατεβαίνουν εκείνα και περιδιαβάζουν αμέριμνα τους έρημους δρόμους, μικρά σιωπηλά φαντάσματα κι’ αντικαθιστούν την εγκατάλειψη και περιεργάζονται περιφρονητικά τις βιτρίνες των καταστημάτων και τις επιγραφὲς και τις πολύχρωμες διαφημίσεις κι’ αγνοούν τα πεζοδρόμια και τις “διαβάσεις των πεζών” και τα φώτα της τροχαίας κι’ ασχημονούν κι’ αναρχούν κι’ ανατρέπουν τα καθεστηκότα».
Όπως επεσήμανε ο Νίκος Ορφανίδης, πρόκειται για «ποίημα ανατρεπτικό, επαναστατικό, ποίημα που έρχεται να διανοίξει τη δυναμική της υπονόμευσης των καθεστηκότων πραγμάτων. Της καθεστηκυίας τάξης. Να, σκέφτομαι, o βαθύτερος καημός του Μόντη, που παραμένει ποιητής διά βίου ανατρεπτικός».
Αυτά είπε ο Νίκος Ορφανίδης για τον Κώστα Μόντη και για τα περιστέρια του, τα μικρά σιωπηλά φαντάσματα των μεταμεσονυχτίων ωρών, που όταν όλοι κοιμούνται, αυτά κυκλοφορούν αδέσποτα κι ελεύθερα στην πόλη, πέρα από τα όρια και τους καταναγκασμούς – σαν απαγορευμένες, απόκρυφες σκέψεις…