Τελευταία διάβασα κάποια κείμενα περί γενεών που μου έχει βγάλει ο αλγόριθμος προφανούς χρήσης ενδιαφέροντος και τα οποία αναλώνονταν στα ευρήματα και στις διαπιστώσεις ψυχολόγων.

Παρατηρώντας τη σύγκριση ανάμεσα στις γενεές, δύσκολα μπορεί κανείς να αγνοήσει το χάσμα που έχει δημιουργηθεί όχι μόνο στις συνήθειες, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται ο ψυχικός τους κόσμος από παιδιά. Για παράδειγμα, όπως έχει διαπιστώσει η συντριπτική πλειοψηφία των ψυχολόγων, εκείνοι που μεγάλωσαν σε γειτονιές όπου το παιχνίδι τελείωνε με το σούρουπο και η επιστροφή στο σπίτι καθοριζόταν από τα φώτα του δρόμου, κουβαλούν συχνά μια ιδιαίτερη ψυχική αντοχή. Όχι επειδή είχαν μια ιδανική παιδική ηλικία, αλλά επειδή αναγκάστηκαν να μάθουν νωρίς πώς να στέκονται στα πόδια τους.

Οι ψυχολόγοι επισημαίνουν ότι αυτή η ανθεκτικότητα δεν ήταν προϊόν προσεκτικά σχεδιασμένων παιδαγωγικών μεθόδων. Αντίθετα, γεννήθηκε μέσα από την καθημερινή ανάγκη των παιδιών να αντιμετωπίζουν καταστάσεις χωρίς τη διαρκή παρουσία και καθοδήγηση ενηλίκων. Τα παιδιά εκείνων των δεκαετιών περνούσαν ατελείωτες ώρες μόνα ή με συνομήλικους, επιλύοντας συγκρούσεις, διαχειριζόμενα την πλήξη και παίρνοντας αποφάσεις αυθόρμητα. Αυτό που σήμερα θα ερμηνευόταν ως έλλειψη φροντίδας, τότε αποτελούσε τον κανόνα.

Τα παιδιά έπεφταν, μάλωναν, έχαναν παιχνίδια, βαριούνταν. Μέσα από αυτές τις εμπειρίες, όμως, μάθαιναν να αντέχουν το δυσάρεστο συναίσθημα και να το ξεπερνούν. Η σύγχρονη ψυχολογία περιγράφει αυτό το φαινόμενο ως «εμβολιασμό στο στρες». Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε δυσκολίες ενισχύει την ικανότητα διαχείρισης, προσαρμογής και αντοχής στο μέλλον.

Στον αντίποδα, η σημερινή παιδική ηλικία διαμορφώνεται μέσα σε περιβάλλοντα έντονα οργανωμένα και υπερπροστατευτικά. Τα προγράμματα είναι γεμάτα, ο ελεύθερος χρόνος περιορισμένος και κάθε πρόβλημα αντιμετωπίζεται άμεσα από κάποιον ενήλικα. Οι γονείς, με καλή πρόθεση, παρεμβαίνουν για να αποτρέψουν την απογοήτευση, τον πόνο ή τη σύγκρουση. Όμως, ακριβώς αυτή η συνεχής παρέμβαση στερεί από τα παιδιά την ευκαιρία να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους, τις αντοχές τους.

Όταν οι δυσκολίες εξαφανίζονται πριν καν γίνουν αντιληπτές, η ψυχική αντοχή δεν έχει χώρο να αναπτυχθεί. Γιατί, καλλιεργείται μόνο μέσα από την εμπειρία. Χωρίς αυτήν, τα παιδιά μαθαίνουν να αναζητούν λύσεις έξω από τον εαυτό τους, αντί να εμπιστεύονται τις δικές τους δυνατότητες.

Φυσικά, το παρελθόν δεν ήταν ιδανικό. Πολλοί γονείς ήταν συναισθηματικά απόντες, οι δυσκολίες πολλές και τα τραύματα υπαρκτά. Δεν πρόκειται για εξιδανίκευση μιας εποχής, αλλά για αναγνώριση ενός στοιχείου που λειτούργησε θετικά, της ελευθερίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα παιδιά ανέπτυξαν δεξιότητες ζωής χωρίς να το καταλάβουν.

Σήμερα, προσπαθώντας να διορθώσουμε τα λάθη του παρελθόντος, ίσως έχουμε οδηγηθεί στο άλλο άκρο. Η υπερπροστασία, αν και καλοπροαίρετη, μπορεί να δημιουργήσει μια γενιά λιγότερο ανθεκτική, λιγότερο έτοιμη να αντιμετωπίσει την αβεβαιότητα και την αποτυχία. Η ειρωνεία είναι ξεκάθαρη. Θέλοντας να προστατεύσουμε τα παιδιά από κάθε δυσκολία, τα αποδυναμώνουμε.

Κι όλα αυτά δεν είναι δικά μου συμπεράσματα. Οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι οι γενεές εκείνες ανέπτυξαν, σχεδόν τυχαία, υψηλή συναισθηματική αντοχή. Όχι χάρη στη γνώση ή την επιστημονική καθοδήγηση των γονέων, αλλά εξαιτίας μιας μορφής «καλοήθους παραμέλησης» που λειτούργησε ως άτυπο σχολείο ζωής. Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η επιστροφή στο παρελθόν, αλλά η εύρεση μιας ισορροπίας, λιγότερη ασφυκτική προστασία και περισσότερος χώρος για τα παιδιά να μάθουν, να αποτύχουν και τελικά να δυναμώσουν.