Τελείται την Κυριακή 19 Ιουλίου από την εκκλησία του Αγίου Ανδρέα στον προσφυγικό συνοικισμό Ορόκλινης το ετήσιο μνημόσυνο του Θέμη Δημητριάδη, φιλικής και οικείας μορφής της παιδικής μου ηλικίας στην κατεχόμενη Κάτω Δερύνεια, που σκοτώθηκε πολεμώντας στη διάρκεια της τουρκικής εισβολής το 1974. Ήταν λίγο μεγαλύτερος απο μένα, γεννήθηκε το 1956, κηδεύτηκε πριν δέκα χρόνια το 2016.

Όμως, δεν ήταν 60 χρόνων, ήταν 18. Όσο ήταν εκείνο τον τρομερό Ιούλη που βρέθηκε με τους συμπολεμιστές του της 181 Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού, σε μια κοιλάδα μεταξύ του Συγχαρί και του Πέλλα Πάις κοντά στην Κερύνεια, να δίνουν την «επική και άνιση» μάχη τους εναντίον των τουρκικών στρατευμάτων που τους είχαν περικυκλώσει, όπως ανέφερε στην ομιλία του στην κηδεία, ο τότε Επίτροπος Προεδρίας, Φώτης Φωτίου.

«Οι άνδρες της Μοίρας», είπε, «πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση σε μια άνιση μάχη που διήρκησε γύρω στις τρεις ώρες. Οι επιτιθέμενοι βρίσκονταν σε πλεονεκτική θέση, αφού είχαν περικυκλώσει τη Μοίρα σε σχήμα πετάλου. Αριθμός ανδρών της 181 ΜΠΠ, δεν έδωσε σημεία ζωής. Μεταξύ τους και ο Θέμης Δημητριάδης, του οποίου το όνομα καταχωρήθηκε στον μακρύ κατάλογο των αγνοουμένων».  

Μέρος των λειψάνων του Θέμη βρέθηκαν μετά απο δεκαετίες σε ομαδικό τάφο στην περιοχή εκείνης της μάχης, στο πλαίσιο του προγράμματος εκταφών της Διερευνητικής Επιτροπής για τους αγνοουμένους. Έτσι, ο 18χρονος δεκανέας βρέθηκε από τη λίστα των αγνοουμένων, σε αυτήν των πεσόντων.

«Με πόνο ψυχής», είπε ο Φώτης Φωτίου, «απευθύνουμε σήμερα το ύστατο χαίρε στον ηρωικώς πεσόντα Θέμη Δημητριάδη, του Χαριλάου και της Παρασκευής, των αγαπημένων του γονιών που έφυγαν από τη ζωή με ανοικτές τις πληγές στη ψυχή τους για το αγνοούμενο παιδί τους». 

Πάω πίσω, σε ένα χρονογράφημα μου για εκείνο το τελευταίο καλοκαίρι της παιδικότητας και της εφηβείας πριν την εισβολή, όπου είχα περιγράψει το πιο δυνατό χαρακτηριστικό του Θέμη, τουλάχιστον εκείνο που εγώ θαύμαζα – τις αθλητικές επιδόσεις του στα αγωνίσματα δρόμου. «Μας προσπερνούσε όλους, με μια ταχύτητα εκπληκτική», έγραψα, «καθώς εμείς ήμασταν στα μισά κι αυτός χανόταν μπροστά σαν άνεμος. Μας λένε ότι είναι αγνοούμενος. Δεν ξέρει κανείς αν είναι μέσα στους νεκρούς, δεν θα μου φαινόταν όμως παράξενο να έχει προσπεράσει στο τρέξιμο ακόμα και τον θάνατο και να κατάφερε να του ξεφύγει». 

Το ζήτημα ξεκαθάρισε 42 χρόνια μετά. Ο Θέμης δεν προσπέρασε στο τρέξιμο τον θάνατο και δεν κατάφερε να του ξεφύγει. Σε αυτό που έμελλε να είναι ο τελευταίος του αγώνας, επέλεξε να μείνει και να μην τρέξει μακριά.