Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να προδικάσει κάποιος τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Είναι, όμως, προφανές ότι μπαίνουμε πλέον σε μια νέα κρίσιμη φάση της όλης διαδικασίας. Οι χθεσινές εξαγγελίες του Αντόνιο Γκουτέρες για σύγκληση νέας διάσκεψης για το Κυπριακό, αλλά και όσα ανέφερε παροτρύνοντας τις πλευρές να επιδείξουν συμβιβαστική διάθεση, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κάτι βρίσκεται σε εξέλιξη. Το κατά πόσο αυτό θα αποδειχθεί θετικό ή αρνητικό και αν θα έχει προοπτική, θα διαφανεί στην πορεία. Ωστόσο, μπορούμε ήδη να καταγράψουμε τα εξής πρώτα συμπεράσματα:
1. Υπάρχει η σύμφωνη γνώμη όλων των εμπλεκόμενων πλευρών για να προχωρήσει η διαδικασία.
2. Η διαδικασία παραμένει δεσμευμένη στο συμφωνημένο πλαίσιο λύσης, γεγονός που αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο.
3. Δεν προέκυψε αδιέξοδο κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Αντόνιο Γκουτέρες.
4. Το Κυπριακό εισέρχεται πλέον στο στάδιο της ουσίας.
Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, έχουμε συνηθίσει να μην περιμένουμε πολλά, καθώς σχεδόν όλες οι προσπάθειες καταλήγουν σε αδιέξοδο και η πολυπόθητη κατάληξη δεν έρχεται ποτέ. Θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι διαφορετικά αυτή τη φορά;
Η μπάλα βρίσκεται και πάλι στο γήπεδο της Τουρκίας και η απάντηση στο ερώτημα αυτό ασφαλώς δεν είναι εύκολη. Το μόνο δεδομένο είναι ότι, ύστερα από αρκετά χρόνια, από το Κραν Μοντανά και έπειτα, διαφαίνεται να υπάρχει κινητικότητα, την οποία επιδίωξε η ελληνοκυπριακή πλευρά. Άλλωστε, ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει δηλώσει επανειλημμένα, σε δημόσιες τοποθετήσεις του, ότι εργάζεται με όλες του τις δυνάμεις ώστε να διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες για την επανέναρξη της διαπραγματευτικής διαδικασίας, με στόχο μια θετική κατάληξη.
Επί της ουσίας, αυτή τη στιγμή φαίνεται να διαμορφώνεται η προοπτική μιας νέας διαδικασίας για το Κυπριακό, με σκοπό τη συνολική διευθέτηση του ζητήματος. Πρόκειται για μια διαχρονική θέση όλων των κυβερνήσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας, με τον νυν Πρόεδρο να διαμηνύει, τόσο δημόσια όσο και σε όλες τις διπλωματικές επαφές του, τη βούλησή του για επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων. Συνεπώς, μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, το αποτέλεσμα της επίσκεψης του Αντόνιο Γκουτέρες στην Κύπρο αυτές τις ημέρες μπορεί να χαρακτηριστεί ως θετική εξέλιξη.
Από εκεί και πέρα, είναι λογικό να εκφράζονται ανησυχίες τόσο για το πώς θα εξελιχθεί αυτή η νέα προσπάθεια όσο και για τα νέα δεδομένα που ενδέχεται να προκύψουν και την τελική της κατάληξη. Υπάρχουν κεφάλαια ιδιαίτερα δύσκολα. Το Κυπριακό είναι πρωτίστως ένα πρόβλημα εισβολής και κατοχής και αυτό δεν αλλάζει ούτε μπορεί να παραγνωρίζεται από τον διεθνή παράγοντα. Δεν μπορεί να τίθεται εκτός εξίσωσης το γεγονός ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει την Κύπρο ως προέκταση των στρατηγικών της επιδιώξεων και ως ένα προωθημένο φυλάκιο στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Εξίσου κατανοητές είναι και οι ανησυχίες που αφορούν τη συμμετοχή στην εξουσία και τη λήψη αποφάσεων.
Το Κυπριακό δεν είναι ένα εύκολο ζήτημα. Αν ήταν, θα είχε επιλυθεί εδώ και χρόνια. Πρόκειται για ένα σύνθετο πρόβλημα, το οποίο όμως δεν μπορεί να παραμείνει επ’ αόριστον άλυτο. Αυτό οφείλουμε να το παραδεχθούμε. Ανεξάρτητα από την οπτική με την οποία το προσεγγίζει ο καθένας, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η σημερινή κατάσταση πραγμάτων στην Κύπρο δεν συνιστά μια υγιή συνθήκη διαβίωσης για τους ανθρώπους του νησιού, ούτε από τη μία ούτε από την άλλη πλευρά της διαχωριστικής γραμμής. Μια λύση πρέπει να βρεθεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποια θα είναι αυτή.
Η απάντηση βρίσκεται στην αποδοχή ενός πολιτικού συμβιβασμού, ο οποίος θα διαφυλάσσει τα δικαιώματα όλων των πολιτών, θα σέβεται τις ανησυχίες τους και θα λειτουργεί ως εγγυητής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών.
Σε αυτή την εξίσωση δεν χωρούν ούτε στρατεύματα κατοχής, ούτε περιορισμοί στις ανθρώπινες ελευθερίες, ούτε επεμβατικά δικαιώματα, αλλά ούτε, ασφαλώς, η πολιτική απομόνωση οποιασδήποτε κοινότητας.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι απλώς η επανέναρξη μιας ακόμη διαπραγματευτικής διαδικασίας. Το πραγματικό διακύβευμα είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια βιώσιμη και λειτουργική λύση, η οποία θα τερματίζει οριστικά την κατοχή, θα διασφαλίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες όλων των Κυπρίων και θα επιτρέπει στο κράτος να λειτουργεί αποτελεσματικά ως ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.