Τέλος της δεκαετίας του ’70 κυκλοφόρησε ένα πρωτοποριακό για την εποχή μουσικό άλμπουμ από το συγκρότημα Santa Esmeralda με τίτλο «House of the Rising Sun» (Το σπίτι του ανατέλλοντος ηλίου). Τη μακρινή αυτή προδιαδικτυακή εποχή έπαιρνε καιρό να φτάσουν τα μουσικά νέα στην Κύπρο, στο νησί όπου πρώτοι εμείς βλέπουμε τον ήλιο ν’ ανατέλλει στη Μεσόγειο και στην Ευρώπη. Ευτυχώς είχαμε τη ραδιοφωνική εκπομπή Request Time με τον John Vickers ο οποίος μας παρουσίαζε όλες τις ξένες επιτυχίες και τα Top 20 που εμείς ηχογραφούσαμε σε κασέτες αφού ήταν οικονομικά ασύμφορο να αγοράζουμε όλους τους δίσκους βινυλίου που επιθυμούσαμε.

Η μητέρα είχε κάνει μεταμόσχευση, με δότη νεφρού τον αδελφό της Αθανάση και νοσηλεύονταν σε ένα νοσοκομείο της αγγλικής πρωτεύουσας. Όταν η θεία Λυγία πήγε να τους επισκεφτεί, επέστρεψε στο νησί με δώρο τον δίσκο «House of the Rising Sun». Στο δικό μας σπίτι, νυχτοξημερωνόμασταν με την αδελφή μου, ακούγοντας τον ξανά και ξανά. Έρχονταν και φίλες και ξαδέλφια να τον ακούσουν ή τον δανείζαμε ώστε να τον αντιγράψουν σε κασέτα.

Σύντομα στα πάρτι λικνίζαμε τα κορμιά μας σε ρυθμούς ενός πρωτότυπου συνονθυλεύματος, που ήταν η μουσική των Santa Esmeralda: λάτιν, φλαμένκο και ντίσκο. Μια μουσική που «έφτιαχνε» τους έφηβους του νησιού και τους ταξίδευε πέρα από τη Μεσαορία και την οροσειρά του Τροόδους, πέρα από τους κλειστούς μας ορίζοντες. Δεν πίναμε τότε αλκοόλ στα πάρτι, τα ναρκωτικά ήταν επίσης ένας μύθος, που αφορούσε μόνο τους νέους της μακρινής Αμερικής. Εμείς για να φτιαχτούμε, αρκούμασταν με μιαν ωραία μουσική, την οποία χορεύαμε «σε σπίτια με μωσαϊκά, με λεμονάδες σπιτικές…». Με όλο το πάθος του φλαμένκο και την αβάσταχτη ελαφρότητα της ντίσκο και της εφηβείας μας.

Η μητέρα στο νοσοκομείο χειρουργείτο κι εμείς χορεύαμε, γελούσαμε, ονειρευόμαστε. Τίποτα δεν μας σταματούσε από το να ελπίζουμε και αφηνόμασταν να μας καπνίζει η γιαγιά, αυτό ήταν το μόνο είδος καπνίσματος που γνωρίζαμε άλλωστε, το οποίο έδιωχνε «πάσα κακόν στ’ άρκα όρη». «Ο Θεός εν’ μεγάλος» έλεγε. Μεγάλα και θεϊκά τα τραγούδια των Santa Esmeralda, που διαρκούσαν δεκαπέντε ολόκληρα λεπτά το καθένα.

Βαρυχειμωνιά και τσουχτερό κρύο, μα ανέτελλε ο ήλιος ο πρώτος και ζέσταινε το άδειο από την απουσία της μητέρας σπίτι. H μουσική των Santa Esmeralda στη διαπασών έσμιγε με τις ψαλμωδίες του εσπερινού από την εκκλησία της Αγίας Ζώνης που βρισκόταν στον κύριο δρόμο στο τέρμα της γειτονιάς μας. Όποτε χτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες ρωτούσαμε τη γιαγιά Δέσποινα ποια γιορτή είναι αύριο, ακούγοντας παράξενα και πρωτάκουστα ονόματα αγίων. Τους γνώριζε απ’ έξω και δεν χρειαζόταν καν να κοιτάξει το ημερολόγιο τοίχου, από το οποίο βγάζαμε κάθε μέρα ένα χαρτάκι, όπου αναγράφονταν στην μπροστινή πλευρά οι εορτάζοντες άγιοι, ενώ στην πίσω ένα γνωμικό ή ένα ανέκδοτο.

Τις Κυριακές όταν κτυπούσαν οι καμπάνες ρωτούσαμε τη γιαγιά, ποιος παντρεύεται, ήταν παράξενο να μην είμαστε καλεσμένοι στον γάμο κάποιου ενορίτη μας. Όταν οι καμπάνες ηχούσαν πένθιμα, εμείς οι έφηβοι, μέναμε μέσα στο σπίτι, κάναμε πως δεν τις ακούμε και βάζαμε ακόμη πιο δυνατά τη μουσική, νομίζοντας πως έτσι ξορκίζαμε τον θάνατο και δεν θα μπορούσε το κακό να αγγίξει και το δικό μας σπίτι. Μόνο η γιαγιά μάς φώναζε «αντραπείτε λλίον τζαι χαμηλώστε τη μουσική». Έβγαιναν στο πεζοδρόμιο οι γειτόνισσες, έβαζαν τον σταυρό τους και ρωτούσαν η μια την άλλη «Για ποιον κτυπούν οι καμπάνες;»

Μερικές δεκαετίες μας χωρίζουν από τότε. Οι καμπάνες δεν έπαψαν να κτυπούν γιορτινά για να σημάνουν τον εσπερινό. Είναι η ώρα που ένας κοραλλένιος ήλιος δύει στον κόλπο της Χρυσοχούς. Των Αγίου Κηρύκου και Ιουλίτης αύριο. Στο μεσαιωνικό εκκλησάκι της Λετύμπου, θα δοξάσουν το όνομά τους και οι προσκυνητές θα μαζευτούν για την ετήσια πανήγυρη. Την ίδια ώρα, κάποιοι άλλοι «άγιοι», όπως οι Animals και οι Santa Esmeralda, ενός παλιού, ξεχασμένου εορτολογίου, ξεσηκώνουν ακόμη εμάς τους ηλικιωμένους και μεσήλικες αιώνιους έφηβους.

«Ο ήλιος εβούττησεν», όπως θα έλεγε η γιαγιά Αναστασία όταν έπεφτε η νύχτα στη Δορά και άναβαν τα φώτα στα γύρω χωριά. Αύριο μια ακόμη καινούρια μέρα…

Καλό Αύγουστο!

dena.toumazi@gmail.com