Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Μια χώρα που εν καιρώ πολέμου όχι μόνο δεν έχει τηρήσει την εκεχειρία αλλά την εκμεταλλεύτηκε για να δημιουργήσει προγεφύρωμα και να κατακτήσει το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι εδαφών σε μια χώρα, το οποίο κατέχει μέχρι σήμερα, πώς μπορείς να την εμπιστεύεσαι σε διαπραγματεύσεις για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση.

Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία που δεν επιτρέπουν ούτε τη λήθη ούτε την αφέλεια. Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 αποτελεί μία από αυτές. Όχι μόνο γιατί παραβιάστηκε κατάφωρα η κυριαρχία ενός ανεξάρτητου κράτους, αλλά γιατί ακόμη και η εκεχειρία, που υποτίθεται ότι θα άνοιγε τον δρόμο της ειρήνης, μετατράπηκε σε εργαλείο στρατιωτικής εξαπάτησης από τους Τούρκους εισβολείς.

Η πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής άρχισε στις 20 Ιουλίου 1974, με αποβατικές και αερομεταφερόμενες επιχειρήσεις στην περιοχή της Κερύνειας και του Αγίου Ιλαρίωνα. Παρά τις σφοδρές συγκρούσεις, μέχρι την εκεχειρία της 22ας Ιουλίου οι τουρκικές δυνάμεις είχαν καταλάβει περίπου το 3% έως 4% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το σημαντικότερο στρατιωτικό τους επίτευγμα ήταν η δημιουργία ενός διαδρόμου που συνέδεε την ακτή της Κερύνειας με τον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λευκωσίας, εξασφαλίζοντας ένα σταθερό προγεφύρωμα. Τίποτα περισσότερο.

Η εκεχειρία, θεωρητικά, θα έπρεπε να αποτελέσει περίοδο παύσης των εχθροπραξιών και δημιουργίας συνθηκών για διπλωματική επίλυση της κρίσης. Ωστόσο, σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες, εκθέσεις των Ηνωμένων Εθνών και μελέτες στρατιωτικών αναλυτών, η Τουρκία αξιοποίησε το διάστημα μεταξύ 22 Ιουλίου και 14 Αυγούστου για να ενισχύσει καθοριστικά τις δυνάμεις της στην Κύπρο. Στο ήδη εδραιωμένο προγεφύρωμα αποβιβάστηκαν χιλιάδες επιπλέον στρατιώτες, άρματα μάχης, πυροβόλα, τεθωρακισμένα οχήματα, πυρομαχικά και μεγάλες ποσότητες εφοδίων. Παράλληλα, σύμφωνα με μαρτυρίες η προέλαση συνεχίστηκε ενώ οργανώθηκαν καλύτερα οι γραμμές ανεφοδιασμού και σχεδιάστηκε η επόμενη επιθετική επιχείρηση.

Δεν υπάρχουν αξιόπιστα ιστορικά στοιχεία που να δείχνουν το ποσοστό του κυπριακού εδάφους που καταλήφθηκε κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας. Όμως, η ουσιαστική μεταβολή των γραμμών κατοχής πραγματοποιήθηκε με τη δεύτερη φάση της εισβολής, που άρχισε στις 14 Αυγούστου 1974. Μέσα σε τρεις ημέρες οι τουρκικές δυνάμεις προέλασαν ταχύτατα, καταλαμβάνοντας τη Μόρφου, την Αμμόχωστο, τη Μεσαορία και πολλές ακόμη περιοχές, φθάνοντας τελικά να ελέγχουν περίπου το 36% έως 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Το αποτέλεσμα ήταν εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένοι, χιλιάδες νεκροί και αγνοούμενοι και μια κατοχή που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Από αυτή την ιστορική εμπειρία προκύπτει ένα εύλογο πολιτικό και ηθικό ερώτημα. Μπορεί μια χώρα, η οποία ενίσχυσε κατά τη διάρκεια μιας συμφωνημένης εκεχειρίας αποφασιστικά τη στρατιωτική της παρουσία και στη συνέχεια εξαπέλυσε επίθεση που οδήγησε στην κατάληψη του 37% του εδάφους μιας ανεξάρτητης χώρας, να ζητά σήμερα να αντιμετωπίζεται χωρίς επιφυλάξεις ως αξιόπιστος συνομιλητής;

Βέβαια, οι διεθνείς διαπραγματεύσεις δεν βασίζονται στην εμπιστοσύνη, αλλά κυρίως στη διασταύρωση συμφερόντων, στις εγγυήσεις εφαρμογής και στους μηχανισμούς ελέγχου. Παρ’ όλα αυτά, η εμπιστοσύνη αποτελεί αναγκαίο συστατικό κάθε βιώσιμης ειρηνευτικής συμφωνίας. Όταν το ιστορικό παρελθόν περιλαμβάνει παραβιάσεις συμφωνιών ή όπως στην προκειμένη περίπτωση, αξιοποίηση μιας εκεχειρίας για στρατιωτικό πλεονέκτημα, είναι φυσικό η άλλη πλευρά να ζητά πολύ ισχυρότερες εγγυήσεις πριν αποδεχθεί οποιαδήποτε νέα διευθέτηση.

Η Ιστορία δεν μπορεί να αλλάξει. Μπορεί όμως να διδάξει. Και ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα του 1974 είναι ότι μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε διακηρύξεις καλής θέλησης. Πρέπει να βασίζεται στον απόλυτο σεβασμό του διεθνούς δικαίου, στην πλήρη εφαρμογή των συμφωνηθέντων, σε αποτελεσματικούς μηχανισμούς εφαρμογής και σε αμοιβαίες εγγυήσεις που να μην επιτρέπουν την επανάληψη γεγονότων που άφησαν βαθιές πληγές. Μόνο τότε η εμπιστοσύνη μπορεί να οικοδομηθεί σταδιακά και να αποτελέσει πραγματικό θεμέλιο μιας ειρηνικής και διαρκούς λύσης.