Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Πέρασα τα παιδικά μου χρόνια σε μια πόλη με ελάχιστη οδική κίνηση, όπου τα παιδιά παίζαμε σκάλα και μπάλα στον δρόμο, σταματώντας και παραμερίζοντας όταν τύγχανε να περάσει ένα αυτοκίνητο. Οι μοτορούδες ήταν επίσης ελάχιστες, δεν υπήρχαν ντελιβεράδες όπως στις μέρες μας.

Γεννημένη στα μέσα της δεκαετίας του 60, παιδί της Κυπριακής Δημοκρατίας, μεγάλωνα σε ένα σπίτι στην καρδιά της πόλης, όπου τα ζεστά και ήσυχα καλοκαιρινά βράδια οι μόνοι θόρυβοι που ακούγονταν ήταν οι μηχανές από τις ψαρόβαρκες και το αυτοκίνητο του γαλατά που ερχόταν πριν ακόμη ξημερώσει για να μας αφήσει δυο μπουκάλια γάλα στην εξώπορτα.

Την υπόλοιπη μέρα ακούγαμε τις φωνές των πλανόδιων πωλητών οι οποίοι έσπρωχναν τα καροτσάκια τους, διαλαλώντας την πραμάτεια τους, «κουλλούρκα, τασ̆ινόπιττες, μαχαλλεπίν έχω… Ακονίζω μασ̆αίρκα». Τη φωνή των σκόρπιων τενόρων εξουδετέρωνε κάθε τόσο ο θόρυβος από τα φορτηγάκια των οποίων οι οδηγοί φώναζαν «Παττίσ̆ες έχω… πατάτες που τα Κοτσ̆ινοχώρκα». Η μέρα τέλειωνε με τη μελωδία του παγωτάρη που περνούσε το δειλινό από την οδό Ησιόδου, τον δρόμο μας που για μένα ήταν το κέντρο του κόσμου.

Ένας αγαπημένος και οικείος ήχος ήταν αυτός τριών συγκεκριμένων μοτορούδων. Ξεχώριζα τον θόρυβο της κάθε μηχανής από μακριά. Η πρώτη ήταν του εφημεριδοπώλη που έφτανε πρώτη, προτού ακόμη πάει στο γραφείο ο πατέρας. Δεν ήξερα γράμματα αλλά καταλάβαινα πόσο σπουδαία πρέπει να ήταν εκείνα τα χαρτιά με τις γραμμούλες, αφού τα διάβαζε με τόση προσήλωση ο πατέρας πίνοντας τον πρώτο πρωινό του καφέ.

Ο δεύτερος αγαπημένος ήχος ερχόταν από τη μοτορούδα του ταχυδρόμου που έφερνε στο σπίτι γράμματα και καρτ-ποστάλ από το εξωτερικό. Τα διάβαζαν μεγαλόφωνα στην κουζίνα, μαθαίναμε τα νέα του θείου Ττόφα και της θείας Ελπινίκης από την Αγγλία, της Κωνσταντίας από την Αμερική και άλλων άγνωστων θείων από Αυστραλία. Μαζεύαμε τα γραμματόσημα από τους φακέλους και τα τακτοποιούσαμε σ’ ένα ειδικό άλμπουμ με την αδελφή μου, μαθαίνοντας έτσι τις χώρες του κόσμου.

Ο ταχυδρόμος θα μας έφερνε αργότερα και τα γράμματα της μητέρας κατά τη διάρκεια της μακράς νοσηλείας της σε νοσοκομεία της Μόσχας και του Λονδίνου. Το σπίτι γέμιζε με καρτ-ποστάλ από το Κρεμλίνο, τα ανάκτορα του Λένινγκραντ και του Μπάκιγχαμ, χιονισμένα τοπία, γέφυρες με πλωτούς ποταμούς και πλατείες με σιντριβάνια και λιοντάρια.

Η τρίτη αγαπημένη μοτορούδα με τον επίσης θαυμαστό ξεχωριστό ήχο ήταν αυτή του θείου Αθανάση του φιλόλογου. Τις καλοκαιρινές διακοπές μάς επισκεπτόταν συχνά τα πρωινά, σφυρίζοντας ένα συγκεκριμένο σκοπό για να αναγγείλει την άφιξή του. Καθόμασταν γύρω από το τραπέζι, με καφέ και διάφορα καλούδια κι αυτός μας έφερνε νέα από τον έξω κόσμο, «Ο Γκρέκορι Πεκ γύρισε νέα ταινία», «Ο άνθρωπος περπάτησε στη σελήνη», «Φρίκη στον πόλεμο του Βιετνάμ», ενώ στον δίσκο που γύριζε στο πικ-απ μας ο Διονύσης Σαββόπουλος τραγουδούσε «Στο Βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι» και τα παιδιά επαναλαμβάναμε γελώντας, «Γιε γιε γιε γιε».

Στο σπίτι μας, όπως και στα πλείστα της πόλης, η πόρτα της κουζίνας έμενε ορθάνοιχτη το καλοκαίρι. Τον χειμώνα που έκανε κρύο την κλείναμε αφήνοντας τα κλειδιά έξω, πάνω στην κλειδαριά. Εγώ φοβόμουν την ξαφνική επέλαση των κκιλιντζ̆ίρων που κατέφθαναν στη γειτονιά από το πουθενά, πάντα μ’ ένα βρέφος να κρέμεται στον κόρφο τους, ενώ άλλα ξυπόλυτα παιδιά έτρεχαν τριγύρω τους. Δεν καταλαβαίναμε πώς βρέθηκαν στην αυλή μας ουρανοκατέβατες, λες κι ένας ανεμοστρόβιλος τις είχε ρίξει εκεί.

Οι νοικοκυράδες όμως δεν τις φοβόντουσαν, ήξεραν πως δεν υπήρχε περίπτωση να περάσουν το κατώφλι του σπιτιού ακάλεστες, ούτε να γυρίσουν το κλειδί για να ανοίξουν μια πόρτα κλειστή. Έτσι κι αλλιώς γνώριζαν πως καμιά νοικοκυρά δεν θα τις άφηνε να φύγουν με άδεια χέρια, διψασμένες, χωρίς να τις τραττάρουν ή να τις ασημώσουν.

Κι αυτές επέμεναν να πουν στις κυράδες τη μοίρα και το μερτικό τους, που αναγραφόταν στις γραμμές της παλάμης. Έβλεπα τα χρυσά τους δόντια να αστράφτουν κάτω από τον ήλιο την ώρα που ανάγγελλαν τις προφητείες τους. Αυτή η μαγική γραμμική γραφή, χαράκτηκε βαθιά μέσα μου, εντυπωσιάζοντάς με περισσότερο και από αυτήν της αλφαβήτας που αρχίσαμε τότε να μαθαίνουμε στο δημοτικό σχολείο.

Έφευγαν, στρυμωγμένες σ’ ένα φορτηγό με το οποίο είχαν έρθει μαζί με τους μάντηδες, τους γανωτήδες άντρες τους. Χάνονταν μες στο σούρουπο, με τη μυστική τους γλώσσα, τις γνώσεις και τα μαγικά τους πηγαίνοντας πέρα, εκεί που έδυε ο ήλιος σ’ ένα μυστικό μαγικό μέρος που κανένας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Μια από αυτές, η Αϊσ̆έ, είχε αναγγείλει συνοφρυωμένη πως «μες στα μέσα του καλοτζ̆αιρκού, λαμπρόν εν να κάψει τον τόπον τζαι εν να τον κόψει στα δκυο».

Ήταν το τελευταίο φορτηγό με κκιλιντζ̆ίρες και μάντηδες που είδαμε στη ζωή μας. Λίγες μέρες αργότερα έγινε το πραξικόπημα που έφερε την τουρκική εισβολή. Λαμπρόν άρχισε να κατακαίει το νησί. Η μαγεία των τσιγγάνων χάθηκε μαζί με τη μυστική τους προφορική διάλεκτο και τη γραπτή γλώσσα που ήταν χαραγμένη στην παλάμη του χεριού, την οποία μόνο αυτές ήξεραν να αποκρυπτογραφούν. Το νησί παραμένει μοιρασμένο στα δυο και μαζί οι ψυχές των ανθρώπων του.

dena.toumazi@gmail.com