Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΑφιερωμένο στον πολιτικό ακτιβιστή Βάσο Φτωχόπουλλο, που πέθανε χθες στα 76 του το κείμενο αυτό – τον εκδότη, συγγραφέα και αρθρογράφο που συνέδεσε το όνομά του με το θρυλικό «Αιγαίον» στην παλιά Λευκωσία και έζησε για πολλά χρόνια μαζί με άλλους της παρέας του, «στο περιθώριο του περιθωρίου», όπως έγραψε ο ίδιος.
Σε χθεσινή ανάρτησή τους οι Εκδόσεις Έρμα, που είναι δικό του δημιούργημα, γράφουν μεταξύ άλλων: «Το Έρμα αποχαιρετά τον θεμέλιό του, όχι έναν απλό φίλο. Ο Βάσος Φτωχόπουλλος, που μπήκε σαν ξένος στη ζωή και ξαναφεύγει ξένος, δεν είναι για βιογραφικά. Είναι για γλέντι τρικούβερτο, για γέλιο μέχρι δακρύων, για φάρσες και σάτιρα άνευ ορίων και για τα πιο ωραία παραμύθια στα παιδιά που μεγάλωσαν στις αγκάλες του. Αυτά τα λίγα για τώρα, που ανάβει το τσιγάρο και σπεύδει να συναντήσει τους φίλους τους παλιούς στη “Λεωφόρο Βασίλη Τσιτσάνη” του δικού του παράδεισου, να τους ανακοινώσει το φευγιό του με τα συνηθισμένα του πειράγματα».
Θα έλεγα ότι αυτό το αποχαιρετιστήριο μήνυμα παραπέμπει άμεσα στο βιβλίο του Φτωχόπουλλου «Περιπλανώμενος Δυστυχισμένος – Ιστορίες με τραγούδια», που κυκλοφόρησε το 2015 και αποτυπώνει τη σπαραχτική και απαρηγόρητη νοσταλγία για τη χαμένη Γιαλούσα του συγγραφέα. Είναι ένα βιβλίο που …μυρίζει ποτό και τσιγάρο και καθορίζεται από οδύνη κι απελπισία, σκληρό χιούμορ και ανελέητο αυτοσαρκασμό.
Ξεχώρισα μια από τις αυτοβιογραφικές ιστορίες του Βάσου, που σχεδόν όλες, ξεκινούν με ένα παλιό, αγαπημένο ρεμπέτικο, ή λαϊκό τραγούδι του Καζαντζίδη, του Τσιτσάνη, του Μπιθικώτση και άλλων – λιγότερες ιστορίες, ξεκινούν με folk ή rock τραγούδια, που ο συγγραφέας άκουγε μετανάστης στην Αγγλία, πριν επιστρέψει στη Λευκωσία και ανοίξει το «Αιγαίον».
Να ένα μικρό απόσπασμα: «Πρέπει να ομολογήσω πως κάποτε έπινα και κάπνιζα πολύ, κάπου ογδόντα με ενενήντα τσιγάρα την ημέρα… Νομίζω πως ένας από τους λόγους που πίναμε κάθε βράδυ, ήταν το ανεκπλήρωτο των απόψεων και των βιωμάτων μας. Υψώναμε την ελληνική σημαία και μας την έκαιγαν, λέγαμε τα αυτονόητα και μας έβγαζαν τρελούς, γράφαμε τον πόνο μας και μας κυνηγούσε, όχι μόνον η Αστυνομία, αλλά σύσσωμη η κοινωνία. Μορφωμένοι, υποτίθεται, αλλά στο περιθώριο του περιθωρίου. Ιδιότυπο περιθώριο, αλλά περιθώριο. Το “Αιγαίον”, ήταν μια ανάσα. Ένα αεράκι ελευθερίας, ή μια ψευδαίσθηση ελευθερίας»…
Ο Βάσος έγραψε για «τα σπασίματα και τα αναποδογυρίσματα των τραπεζιών» στη διάρκεια των νυχτερινών γλεντιών και αναφέρθηκε ιδιαίτερα σε ένα από αυτά: «Διαπασών πια, κι ας ήτανε μετά τις τρεις το πρωί, ο ντισκ τζόκεϊ έβαλε τον μέγιστο Παπαϊωάννου να τραγουδά το “Πέντε Έλληνες στον Άδη”. Τρέξαμε και πέσαμε στην πίστα. Χόρεψα κι εγώ. Τι χόρεψα δηλαδή, έπεσα μέσα στα γυαλιά και στα μαχαιροπίρουνα και κολύμπησα ένα σπουδαίο ύπτιο ζεϊμπέκικο»…