Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η μια κουβέντα φέρνει την άλλη, έτσι δεν είναι; Η χθεσινή αναφορά μου στον «Τζόνυ», τον χαρακτηριστικό τύπο του «μεσολαβητή» και του «ανθρώπου για όλες τις δουλειές» που γνώρισα στην κυπριακή παροικία στην Αγγλία, όταν εργάστηκα εκεί πριν είκοσι χρόνια, με… μετέφερε σε ένα ταξίδι μνήμης για όλους τους ωραίους τύπους που είχα γνωρίσει τότε στο βόρειο Λονδίνο. Με τρεις από αυτούς, που ήταν πολύ μεγαλύτεροι μου ηλικιακά, όλοι πάνω από 70 χρόνων τότε, συναντιόμουν σχεδόν κάθε Κυριακή πρωί για ζεστή σοκολάτα και κρουασάν στο «Coffee Republic», την αγαπημένη μου καφετέρια της γειτονιάς, δίπλα στο μεγάλο βιβλιοπωλείο, πάνω στον αυτοκινητόδρομο High Road Finchley.

Ο Κυριάκος ήταν 76 χρονών, ο Στάθης 81, ο Σάββας 78 – και οι τρεις μετανάστες στο Λονδίνο από τη δεκαετία 1960, όταν ήταν γύρω στα τριάντα τους. Είχαν ζήσει και οι τρεις ως μικρά παιδιά, στη βουκολική, οπισθοδρομική Κύπρο της αποικιοκρατίας και μου μιλούσαν συχνά για τη σκληρή εμπειρία των παιδικών τους χρόνων. Ο Σάββας ιδιαίτερα, που αν δεν κάνω λάθος καταγόταν από το κατεχόμενο Πραστειό της Μεσαορίας, μου περίγραψε μια μέρα τη σκληρότητα του πατέρα του απέναντί του και, βέβαια, απέναντι στη μητέρα του, προκειμένου να γίνουν οι καθημερινές, κοπιώδεις γεωργικές εργασίες, που τότε μοιράζονταν άντρες, γυναίκες και παιδιά. Ήταν μια εποχή απόλυτης μιζέριας, όταν τις οικογένειες τις ένωνε ένα είδος σκληρής αγάπης που είχε βασικό υλικό της την πειθαρχία και την υπακοή του μικρότερου στον μεγαλύτερο, του θηλυκού στον αρσενικό. Οι άντρες αισθάνονταν βαριά πάνω τους την καταπίεση των αποικιοκρατών και με τη σειρά τους μετέφεραν αυτή την καταπίεση στις γυναίκες και στα παιδιά τους.

Ο πατέρας του Σάββα θεωρούσε το σχολείο μια άσκοπη απασχόληση για τον γιο του, που θα του στερούσε βοηθητικό προσωπικό κι έτσι ο Σάββας, αντί να φοιτά το δημοτικό σχολείο, καθάριζε όλη μέρα τη μάντρα με τα λιγοστά ζώα τους και τα έβγαζε για βοσκή. Δεν άντεξε, όμως, αυτή τη ζωή και στα 14 χρόνια του εγκατέλειψε κρυφά το σπίτι και το χωριό του, αποφασισμένος να πάει στο Βαρώσι. Περιπλανήθηκε σε άγνωστα μέρη, κοιμήθηκε σε χωράφια με σκέπη του τον ουρανό, έζησε ανήλικος έφηβος μέσα σ’ ένα παντοπωλείο, με κρεβάτι του σακιά των πατατών. Ζυμώθηκε νωρίς μέσα στο τραχύ στερέωμα του παζαριού, αλλά κατάφερε να βρει δουλειά, εργάτης σε οικοδομές, να ενοικιάσει δωμάτιο και να ζήσει όπως εκείνος ήθελε, υπό τις περιστάσεις. «Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε, αλλά τώρα που σου τα λέω, νομίζω είμαι στο χωριό μου και στο Βαρώσι», μου είχε πει αναστενάζοντας ο παλιός μετανάστης του Λονδίνου…