Βαθιά θλίψη. Αυτό ήταν το συναίσθημα που με κυρίευσε την Τρίτη στο Θέατρο Παλλάς παρακολουθώντας την κακοσκηνοθετημένη απολογιστική παράσταση του υπουργού Παιδείας (σκέτο) για τα πεπραγμένα της θητείας του. Σε λιγότερο από δύο μήνες ο Κώστας Καδής θα παραδώσει τη σκυτάλη, έχοντας μακροημερεύσει στον θώκο του. Δεν ξέρω αν η επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, που ήταν παρούσα στην εκδήλωση, έχει ενστάσεις για τη φαεινή επικοινωνιακή ιδέα να προλογιστεί ο υπουργός από ανήλικη μαθήτρια, στο πλαίσιο μιας προεκλογικού –ουσιαστικά- χαρακτήρα εκδήλωσης. Ωστόσο, δεν ήταν οι κάθε είδους φιοριτούρες αιτία της θλίψης, αλλά το ίδιο το περιεχόμενο.
Για την ακρίβεια, ήταν η επαναβεβαίωση της προβλεψιμότητας του μηδαμινού ενδιαφέροντος ΚΑΙ αυτής της κυβέρνησης για τον Πολιτισμό και το γεγονός ότι με υποχρεώνει, ενώ η συναρπαστική μας επικαιρότητα έχει τόσα ενδιαφέροντα θέματα να ασχοληθεί κανείς, να επαναλάβω για πολλοστή φορά εαυτόν απαριθμώντας τα αυτονόητα. Για πάνω από μια ώρα ο υπουργός πηγαινοέρχονταν στη σκηνή με την ψείρα στη γραβάτα, σε μια αμερικανικού τύπου παρουσίαση.
Όσο μιλούσε για την Παιδεία, η γλώσσα του κυλούσε ροδάνι, ήταν σαν το ψάρι στο νερό και ανέλυε με πάσα λεπτομέρεια τις κατευθύνσεις, τον στρατηγικό σχεδιασμό, την πορεία και τα επιτεύγματα της πολιτικής του. Από τα –σκάρτα- πέντε λεπτά που με βαριά καρδιά «καταξόδεψε» στον Πολιτισμό, περίπου τα τρία αφορούσαν τη δράση και τα επιτεύγματα του ΘΟΚ και της Συμφωνικής Ορχήστρας, ενώ μια αναφορά έγινε στη –θεσμικά υποχρεωτική- στήριξη της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας πριν αραδιάσει στα γρήγορα μια σειρά από έργα υποδομής, τα σημαντικότερα εκ των οποίων βρίσκονται ακόμη στα χαρτιά.
Τον έβλεπες ότι δεν «πατάει» καλά, κάθε λίγο γύριζε να συμβουλευτεί τις διαφάνειες, ενώ στη χροιά της φωνής διέκρινες την ενοχή και την αυτοαμφισβήτηση. Κατόπιν, στη διαδικασία των ερωτήσεων, όταν επιμόνως του τέθηκαν ερωτήματα για την αναβάθμιση και επαναχάραξη της πολιτιστικής πολιτικής, προσπαθούσε με σκυμμένο το κεφάλι, χαμηλόφωνα να ψελλίσει ένα «μακάρι να μπορούσαμε, αλλά…» αλλά και ξέπνοα να υποσχεθεί ότι «κάτι μπορεί να προλάβει να γίνει» στο αμέσως επόμενο διάστημα.
Το ύφος και η γλώσσα του σώματος πρόδιδαν ότι ο Καδής δεν είναι επαγγελματίας ψεύτης. Δράττομαι της ευκαιρίας να εξομολογηθώ ότι, ως άνθρωπος, μου είναι συμπαθής και ευχαρίστως θα του κερνούσα μία πάστα. Ως πολιτικός προϊστάμενος, όμως, του τομέα που μ’ ενδιαφέρει, μέσα σε τέσσερα χρόνια έχει καταφέρει –και το ξέρει- μία τρύπα στο νερό. Ό,τι κατάφεραν, δηλαδή, λίγο- πολύ και οι προκάτοχοί του.
Το πρόβλημα με τον Πολιτισμό είναι ότι οι άνθρωποί του δεν μπορούν να τραφούν πλέον ούτε με υποσχέσεις. Για τον Πολιτισμό δεν περισσεύουν ούτε τα «θα». Όχι μόνο γιατί δεν έχουν επίγνωση τι πραγματικά χρειάζεται, αλλά και γιατί συναισθάνονται ότι το πολιτικό κόστος είναι μηδαμινό.
Εκτός, βέβαια, από την κυβέρνηση, ούτε και οι υπόλοιποι υποψήφιοι δείχνουν διάθεση να σπαταλήσουν πολύτιμο χρόνο, φαιά ουσία και δυνάμεις στον πόλεμο των εντυπώσεων για να προτείνουν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για τον Πολιτισμό. Μοναδική εξαίρεση, ως τώρα, είναι ο Σταύρος Μαλάς που κι αυτός όμως έχει αρκεστεί στην επιγραμματική παράθεση στοχευμένων προτεραιοτήτων, βγαλμένων κατευθείαν από τα συρτάρια του Πολιτιστικού Γραφείου της Κ.Ε. του ΑΚΕΛ. «Προτεραιότητες», βέβαια, που ούτε στοιχειωδώς δεν έγινε κατορθωτό να εφαρμοστούν επί της προηγούμενης διακυβέρνησης.
Ο δε Νικόλας Παπαδόπουλος, καλά θα κάνει να μηχανευτεί μια Νέα Στρατηγική και για τον Πολιτισμό. Ας μην πάει μακριά. Αρκεί να ρίξει μια ματιά στις σημειώσεις του τελευταίου υπουργού της διακυβέρνησης του πατέρα του ή να αναλογιστεί ότι το 2006 είχε συσταθεί η Επιτροπή Μελέτης για τη Σύσταση Ενιαίας Αρχής Πολιτισμού, η τελική πρόταση τής οποίας σήμερα σκοροτρώγεται σε κάποιο καταχωνιασμένο ντοσιέ.