Πρόκειται για παλιό ποδοσφαιρικό όρο. Σου λείπει ένας παίχτης σε μια συγκεκριμένη θέση, αλλά η ομάδα του ζητά πολλά για να σου τον παραχωρήσει και εσύ δεν θέλεις να δώσεις έναν σκασμό χρήματα και να τον φορτωθείς αιωνίως. Οπότε, έρχεσαι σε μία συμφωνία με την ομάδα του να σου τον παραχωρήσει για πεπερασμένο χρονικό διάστημα, ίσα-ίσα για να σου κάνει τη δουλειά, μήπως πάρεις και πρωτάθλημα, με το αζημίωτο φυσικά. Αυτό, περίπου, λέγεται «μεταγραφή με υποσχετική».

Κάτι που σκέφτηκα ότι ταιριάζει απόλυτα και στο γήπεδο της πολιτικής, αυτήν την στιγμή στην Κύπρο, όπου η μάχη για την Προεδρία εκτός από δόξα, αποφέρει ως γνωστόν και πολλά λεφτά στην ομάδα, ή στο πρόσωπο που θα νικήσει. Το ΑΚΕΛ, το ΔΗΚΟ με λοιπές δυνάμεις, εφάρμοσαν αυτό ακριβώς το μοντέλο για να ενισχύσουν τις πιθανότητές τους να πάρουν το πρωτάθλημα, δηλαδή την διακυβέρνηση της χώρας.

Το κόμμα της Αριστεράς πήρε με υποσχετική τον συντηρητικό διαπραγματευτή Ανδρέα Μαυρογιάννη. Και το παντός καιρού ΔΗΚΟ, μαζί με άλλες πιο μικρές ομαδούλες, έβαλαν τα λεφτά τους στον συντηρητικό, πρώην υπάλληλο του Υπουργείο Εξωτερικών Νίκο Χριστοδουλίδη.

 

«Όποιος δώσει τα πιο πολλά. Αλλά και οι θεατές, φανατικοί πάντα των χρωμάτων της ομάδας τους δεν είναι πια τόσο φανατικοί για τους ίδιους τους παίκτες. Η έννοια της προδοσίας, της αποστασίας, της εγκατάλειψης, έχει αμβλυνθεί, οι κραυγές «πουλημένοι, πουλημένοι», οι τόσο γνώριμες κάποτε, έχουν αισθητά ατονήσει. Σήμερα το ίνδαλμά μας παίζει με μας, αύριο με τους αντιπάλους μας. Καταλαβαίνουμε το πρόβλημά του, που είναι το αιώνιο πρόβλημα της προσφοράς και της ζήτησης. Θέλει να ζήσει ο άνθρωπος και όσο κρατάν τα πόδια του «διαπραγματεύεται».

Ποιος θα τον αναθεματίσει;», έγραφε καταπληκτικά πριν από πολλά χρόνια, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στην εφημερίδα Αυγή, ο σπουδαίος μας ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης.

Και έκανε και αυτός θυμάμαι, με αφορμή ακριβώς αυτές τις «υποσχετικές», μια απευθείας σύνδεση με το τότε πολιτικό τοπίο στην Ελλάδα.

«Ο αγαπητός Γιάννης δέχεται τελικά να ενισχύσει την Ομαδάρα, αλλά υπό έναν όρο: να ξαναφορέσει όταν τελειώσει η μπόρα των εκλογών (παρά λίγο να πούμε του κυπέλλου Ουέφα) τη φανέλα της παλιάς του αγαπημένης ομάδας. Τι να κάνει ο Μεγάλος Αρχηγός; Διαθέτει κάποιο ακόμα συνοικιακό κοινό ίσως ο αγαπητός Γιάννης και μας είναι εντελώς απαραίτητα κι αυτά τα χειροκροτήματα. Στο τημ λοιπόν και ο αγαπητός Γιάννης και αύριο βλέπουμε.»

Αλλού γίνονται τώρα τα μεγάλα παζάρια. Και στο κάτω-κάτω στο ποδόσφαιρο, φτωχόπαιδα είναι, μια δουλειά κάνουν όπως όλοι μας, ωραίο θέαμα μας προσφέρουν, γιατί να μην έχουν και το κασέ τους – τουλάχιστον δεν καμώνονται τους ιδεολόγους. Αλλά ιδεολόγοι με μεταγραφές και υποσχετικές επιπλέον, ε, αυτό νομίζουμε είναι το κάτι άλλο.

Και καλούμαστε να τους επιβραβεύσουμε με την ψήφο μας (παρ’ ολίγο θα λέγαμε με το εισιτήριό μας) στο μεθαυριανό μεγάλο τελικό της 5ης Φεβρουαρίου του 2023.

Πάλι σε σένα θα προστρέξουμε Κωνσταντίνε Καβάφη και στα ανεξάντλητα αποθέματα της σοφίας σου:

Αλλά κατεστραμμένος άνθρωπος τι φταίω εγώ

ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ…

 

Αντί φωτογραφίας των μεταγραφών με υποσχετική, προτιμώ αυτήν: Δύο σπουδαίες μορφές της παλιάς, καλή Αριστεράς στην Ελλάδα – εκείνης που δεν κατέφευγε σε μεταγραφές με υποσχετική, ούτε και πωλούσε ποτέ φίκια για μεταξωτές κορδέλες. Είναι ο πολιτικός Λεωνίδας Κύρκος και ο ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης. Και οι δύο έζησαν με αξιοπρέπεια, σε μικρά διαμερίσματα, μακριά από τις κραυγές του μαινόμενου πλήθους, και ο λόγος τους είχε βάθος και προοπτική.