Τα γεγονότα δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι εδώ και χρόνια η διαφθορά έφθασε μέχρι το μεδούλι του κυπριακού κράτους. Ανεξάρτητοι αξιωματούχοι, αιρετοί τοπικοί άρχοντες αλλά και μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων, μέχρι και θεματοφύλακες της χρηστής διοίκησης όπως προεδρεύοντες της Επιτροπής Θεσμών και Αξιών του Νομοθετικού Σώματος (τι ειρωνεία!), κατέληξαν στη φυλακή για διαφθορά. Καταχράστηκαν την εμπιστοσύνη του λαού και μαζί με την πτώση τους καταβαράθρωσαν και την αξιοπιστία του θεσμού που εκπροσωπούσαν.
Ασφαλώς δεν είναι όλοι διεφθαρμένοι αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι τρεις εξουσίες πάνω στις οποίες θεμελιώνεται το κράτος, εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική, δείχνουν ανήμπορες να ανακόψουν τη διολίσθηση και να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Σε μια κανονική χώρα η αυτεπάγγελτη διερεύνηση ισχυρισμών περί ύπαρξης δικτύου διαφθοράς στην κορυφή της πολιτειακής πυραμίδας, θα ήταν αυτονόητη και κυρίως άμεση, χωρίς να χρειαστεί να στείλει επιστολή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και πριν από αυτόν ένας υποψήφιος Πρόεδρος. Σε μια ευνονούμενη πολιτεία με θεσμούς που διαθέτουν στοιχειώδη αντανακλαστικά, οι αρμόδιες Αρχές θα δήλωναν παρούσες από το πρώτο βιβλίο του δημοσιογράφου και πρώην συνεργάτη του Προέδρου της Δημοκρατίας, Μακάριου Δρουσιώτη (και οποιουδήποτε άλλου), για να διαλύσουν ακόμη και τις ελάχιστες αμφιβολίες. Δυστυχώς όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε στην ώρα του με αποτέλεσμα τώρα να ζητείται η διερεύνηση τριών βιβλίων, από την Αρχή κατά της Διαφθοράς. Η τάτσα όμως έμεινε.
Για μια ακόμη φορά η κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με το κυπριακό παράδοξο, που θέλει την άμαξα μπροστά από το άλογο: Η Αρχή κατά της Διαφθοράς, που συγκροτήθηκε υπό πανηγυρικές ιαχές, δεν διαθέτει προσωπικό ούτε και κανονισμούς λειτουργίας για να μπορέσει να αναλάβει δράση, όπως παραπονέθηκε δημοσίως ο πρόεδρός της, Χάρης Πογιατζής. (Ανοίγω παρένθεση για να υπενθυμίσω ότι χωρίς κανονισμούς πρωτολειτούργησε το Χρηματιστήριο πριν από 25 περίπου χρόνια, και οδηγηθήκαμε στη μεγαλύτερη μαζική λεηλασία που έγινε ποτέ).
Η διαφθορά στην Κύπρο δεν οφείλεται στην ανυπαρξία Αρχής καταπολέμησής της. Ή καλύτερα, η νεοσυσταθείσα Αρχή κατά της διαφθοράς δεν θα εξαλείψει το πρόβλημα. Μακάρι να διαψευστούμε, όμως η προϊστορία μας υποχρεώνει να έχουμε επιφυλάξεις, και ένα βαθμό καχυποψίας, γιατί πιστεύουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι η ανυπαρξία νόμων αλλά η έλλειψη βούλησης για την εφαρμογή τους, όπως και κουλτούρας λογοδοσίας.
Το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης για ανατροπή αυτής της θλιβερής εικόνας και για αποκατάσταση τους κύρους των θεσμών πέφτει στην πανίσχυρη από πλευράς εξουσιών Γενική Εισαγγελία. Ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί υπό προϋποθέσεις να διώξει ακόμη και τον ανώτατο άρχοντα του κράτους. Την ίδια όμως ώρα είναι και ο νομικός του σύμβουλος. Αυτή η διττή ιδιότητα διαβρώνει το θεμέλιο της αμεροληψίας που πρέπει να είναι ακλόνητο. Ασφαλώς το πρόβλημα υπάρχει από καταβολής Κυπριακής Δημοκρατίας και θα ήταν άδικο να το χρεωθεί ο νυν Γενικός Εισαγγελέας, Γιώργος Σαββίδης, επειδή η σύγχρονη κοινωνία δικαίως αμφισβητεί την ξεπερασμένη αρχή του ενός ανδρός. Ωστόσο, ο νυν Γενικός Εισαγγελέας, όπως και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, Σάββας Αγγελίδης, έχουν ένα λόγο παραπάνω να αποδείξουν ότι δεν είναι μέρος του προβλήματος και ότι διαθέτουν τα εχέγγυα για να αποτελέσουν μέρος της λύσης.
Η πιο μεγάλη πρόκληση για τους δύο επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας είναι η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας του θεσμού που εκπροσωπούν, να διαψεύσουν όσους ισχυρίζονται ότι η ιδιότητα τους ως νομικών συμβούλων του Προέδρου (του οποίου μάλιστα υπήρξαν υπουργοί) νοθεύει την κρίση τους και πάνω από όλα, έχουν την υποχρέωση να πείσουν τους πολίτες ότι αυτός ο πολύ νευραλγικός θεσμός διαθέτει τους απαραίτητους αισθητήρες που του επιτρέπουν να ενεργεί με μοναδική έγνοια το δημόσιο συμφέρον και τίποτα άλλο.
Ακόμη κάτι με αφορμή τη σύγκληση σύσκεψης στο Προεδρικό για την κατάσταση στις Κεντρικές Φυλακές, «για να αντιμετωπιστούν τα υφιστάμενα προβλήματα, να αρθούν οι όποιες παρερμηνείες ή παρεξηγήσεις, έτσι ώστε το κράτος να λειτουργεί ομαλά όπως μέχρι πρότινος λειτουργούσε», όπως δήλωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Εάν οι υπηρεσίες, αλλά κυρίως οι θεσμοί χρειάζεται να συσκεφθούν για τα προφανή, τότε το πρόβλημα είναι πολύ σοβαρότερο. Όσο καλές κι αν είναι οι προθέσεις του Προέδρου, δεν παύει να είναι ακόμη ένα κυπριακό παράδοξο, αλλά και κάτι πολύ χειρότερο: Είναι σημάδι θεσμικής παρακμής.