Η ερώτηση του τίτλου δεν μπορεί να απαντηθεί με ένα ναι ή ένα όχι. Στη Δημοκρατία κάθε πολιτική έπαλξη είναι καλοδεχούμενη αλλά ας μας επιτραπεί να έχουμε πολλές επιφυλάξεις, όχι ως προς την πρόθεση αλλά ως προς το αποτέλεσμα. Ούτως ή άλλως αν δούμε το πρόσφατο ή και πιο μακρινό παρελθόν στην Κύπρο θα διαπιστώσουμε ότι τα περισσότερα εγχειρήματα δεν ευτύχησαν να αντέξουν στο χρόνο. Οι λόγοι είναι πολλοί αλλά δεν είναι του παρόντος. 

Οι σελίδες της ιστορίας είναι γεμάτες από μεγαλόστομες διακηρύξεις για το νέο, το άφθαρτο, το σύγχρονο, το ανανεωτικό και όλα αυτά που ηχούν ωραία αλλά συνήθως καταλήγουν μονότονες επαναλήψεις μιας αέναης ανακύκλωσης συνθημάτων και προσώπων.

Τα καταστατικά δεν αρκούν για να κερδίσουν τον κόσμο και στη σύγχρονη εποχή που ζούμε, ούτε η ιδεολογία από μόνη της μπορεί να είναι το βασικό κριτήριο πολιτικής ή κομματικής επιλογής. Ο λόγος δεν είναι ότι έχουμε γίνει λιγότερο ιδεολόγοι από τους προγόνους μας αλλά γιατί σε αντίθεση με εκείνους, το κόμμα μας δεν ορίζει τη ζωή μας. 

Ο Εζεκίας, ο Κληρίδης, ο Κυπριανού, ο Λυσσαρίδης και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές της πρότερης πολιτικής περιόδου, μπορεί να μοιάζουν με ογκόλιθους σε σύγκριση με τους τωρινούς ηγέτες αλλά  θα τους ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εκτεθούν στην κυνική ισοπέδωση που υφίσταται σήμερα. Οι πατεράδες μας και οι παππούδες μας τούς ακολουθούσαν πιστά όχι γιατί παραδόθηκαν στη γοητεία τους αλλά απλούστατα επειδή οι συνθήκες της εποχής ήταν τέτοιες που τους έκαναν να έχουν ανάγκη από ένα αποκούμπι που είχε εφαρμογή κατά τρόπο συγκεκριμένο στα ζητήματα που ενδιαφέρουν τον κάθε άνθρωπο: Την επαγγελματική αποκατάσταση του ιδίου και της οικογένειάς του, την υγεία τους, την μόρφωσή τους, την ασφάλειά τους. Όλα αυτά τα οποία λίγο πολύ σήμερα θεωρούμε ως δεδομένα, ή καλύτερα, όλα αυτά για τα οποία σήμερα υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες. 

Μπορεί για τους νεότερους να ακούγονται απίστευτα όμως εμείς της ηλικίας των 50+ έχουμε ζήσει έστω για λίγο την εποχή κατά την οποία πολλά από τα πιο απλά πράγματα της καθημερινότητας είχαν και ένα πολιτικό μήνυμα. Για παράδειγμα η επιλογή της μπίρας ήταν από μόνη της μια έμμεση δήλωση φρονημάτων. Όπως και μάρκα του καφέ, του αυτοκινήτου και πολλών άλλων υλικών αγαθών, ακόμη και τα καφενεία στα οποία σύχναζαν οι άνθρωποι. Οι σύλλογοι των Λαϊκών Οργανώσεων και τα Εθνικόφρονα Σωματεία παραμένουν σιωπηλοί μάρτυρες εκείνης της εποχής, η οποία δεν υπάρχει πια ούτε στην έκταση ούτε και την ένταση που βίωσαν οι παλαιότεροι, όταν κατά τον ορισμό που έδωσε ο Λένιν, το κόμμα ήταν για πολλούς «ο νους, η τιμή και η συνείδηση της εποχής». 

Επιστρέφοντας στο ερώτημα κατά πόσον χρειαζόμαστε άλλο ένα κόμμα, μπορούμε να προβλέψουμε ότι οποιαδήποτε νέα προσπάθεια είναι καταδικασμένη σε αποτυχία εάν ακολουθήσει τη συνταγή ατυχών παραδειγμάτων. 

Η ζωή ξέβρασε στο περιθώριο όσους ίδρυσαν κόμμα όχι για να καλύψουν κάποια κοινωνική απαίτηση ή για να συμπληρώσουν ένα πολιτικό κενό αλλά για να ικανοποιήσουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Με εξαίρεση ελάχιστες περιπτώσεις που είναι μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού, οι πιο πολλές προσπάθειες γεννήθηκαν από τη μήτρα του ρεβανσισμού και όταν οι συγκυρίες που τις ευνοούσαν έπαψαν να υφίστανται, είτε επέστρεψαν στην αφετηρία τους είτε εξαφανίστηκαν. 

Ο Ευάγγελος Αβέρωφ είχε πει ότι το πρόβατο που φεύγει από το μαντρί το τρώει ο λύκος αλλά από τότε πέρασαν πολλές δεκαετίες και σίγουρα δεν μας βρίσκει σύμφωνους η αντίληψη ότι τα κομματικά στελέχη είναι άβουλα πλάσματα που περιμένουν οδηγίες από τον πολιτικό τους ποιμένα. Είναι λυπηρό όμως το γεγονός ότι νέοι άνθρωποι που υποτίθεται ότι μπήκαν στην πολιτική για να κάνουν τα πράγματα κάπως καλύτερα, το μόνο που επαναλαμβάνουν κατά τρόπο κουραστικό είναι οι όρκοι πίστεως. Καλοδεχούμενη η επίκληση του ονόματος του ιδρυτή ενός κόμματος, των αρχών και των αξιών του, αλλά δεν αρκεί. Στη σημερινή εποχή χρειάζονται και πολλά άλλα. Πολύ περισσότερα από τα καλογυρισμένα κλιπ στο YouTube και τα reels στο Instagram.