Το πιο εύκολο για μένα θα ήταν να μπω στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης και να αλιεύσω κάμποσες αναρτήσεις να τις συμπυκνώσω σε ένα κείμενο. Για άλλη μια φορά επιλέγω να πάω από την αντίθετη πλευρά που είναι και πιο δύσκολη, ιδιαίτερα όταν έχεις να γράψει για τον Νίκο Αναστασιάδη, για το οποίο έχουν γραφτεί χιλιάδες επικριτικά κείμενα εναντίον του τα οποία δεν είναι δουλειά μου να τα κρίνω. 

Λίγες λοιπόν ημέρες πριν φύγει από την Προεδρία της Δημοκρατίας, γιατί από την πολιτική δεν νομίζω ότι θα απομακρυνθεί παρά τα όσα και ο ίδιος δηλώνει, θα σταθώ στον Νίκο Αναστασιάδη, όπως εγώ, ως δημοσιογράφος, τον έζησα κατά την τελευταία 6ετία κατά τις κατά καιρούς συνομιλίες που είχαμε είτε τηλεφωνικώς είτε δια ζώσης. Ξεκινώντας από το 2017, λίγο πριν από τις δηλώσεις του στη Γενεύη με το πέρας των συνομιλιών, όταν στρεφόμενος προς το μέρος μου – μέχρι να ετοιμαστούν όλοι οι συνάδελφοι – μού λέει: «Είχες γράψει κάτι που με ενόχλησε και ήθελα να σε πάρω τηλέφωνο…». Του απάντησα πως θα μπορούσε να με πάρει όποτε ήθελε. 

Εκείνη τη στιγμή δεν θυμήθηκα τι ακριβώς του είχα γράψει, το θυμήθηκα λίγους μήνες μετά όταν έτυχε να βρεθώ στο γραφείο του στο Προεδρικό. Μόλις με είδε μου φώναξε χαμογελώντας… «έλα εδώ, να μου γράφεις ότι δεν ελέγχω το τι κάνω…», και γέλασε και το θέμα έκλεισε, αλλά άνοιξε ένας δίαυλος επικοινωνίας. Και δεν εννοώ ότι μπαινόβγαινα στο γραφείο του, ούτε και ότι τον έπαιρνα στο κινητό για να τα πούμε. 

Και ο δίαυλος επικοινωνίας ήταν πολύ απλός και καθημερινός μέσα από τα δημοσιεύματα του Φιλελεύθερου, τον οποίο διάβαζε (όπως και όλες τις εφημερίδες) από το χάραμα και ήταν έτοιμος πριν από τους συνεργάτες του. Δεν χρειαζόταν να είναι κάποιος επιθετικός, αρκούσε μια απλή προσέγγιση του θέματος. Ήξερε και να διαβάζει και να αναζητά τις λύσεις. 

Από την άλλη, όταν κάποιο από τα κείμενά μου τον ενοχλούσε ή πίστευε ότι τον αδικούσα, και ένοιωθε την ανάγκη να μου το πει, μου το έλεγε. Όχι για να μου επιβάλει τι να γράψω ή να μην γράψω, αλλά για το κουβεντιάσει φιλικά αυτό που κατά την άποψή του τον ενόχλησε. Και βεβαίως εγώ άρπαζα την ευκαιρία για να ακούσω την άποψή του είτε είχε να κάνει με το Κυπριακό, είτε – πιο πρόσφατα – με τις προεδρικές εκλογές. 

Σε μια από τις συνομιλίες μας, κάπου στα μέσα της δεύτερης πενταετίας του, μου πρότεινε να μετακομίσω στον Λόφο. Τον ευχαρίστησα, και του απάντησα αρνητικά (τώρα εάν ήταν σωστό ή λάθος δεν ξέρω!). Όπως και να έχουν τα πράγματα, το συγκεκριμένο γεγονός δεν επηρέασε τις σχέσεις και την επικοινωνία μας. 

Ξέρω ότι πολλοί έχουν αρνητική εικόνα για τον Νίκο Αναστασιάδη, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή τον πολιτικό. Καλώς ή κακώς αυτή είναι η τύχη ενός έκαστου πολιτικού όταν αναλαμβάνει ένα βαρύ φορτίο. Και όπως ίδιος έλεγε πάντα και  δημοσίως και κατ’ ιδίαν «λάθη δεν κάνουν μόνο αυτοί που δεν κάνουν τίποτε». Ή όπως ο ίδιος μου το είπε κάποια στιγμή «κάνω ό,τι μπορώ, δεν μπορώ να κάνω και θαύματα». Γιατί και οι Πρόεδροι δεν παύει από του να είναι κοινοί θνητοί με τα καλά και τα κακά τους. Και ο Νίκος Αναστασιάδης ήταν ένας Πρόεδρος, με θετικά και αρνητικά, τα οποία ο καθένας εκεί έξω θα κρίνει με την πάροδο του χρόνου και μακριά από την τοξικότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Εγώ θα κρατήσω τις συνομιλίες που είχαμε, με την ελπίδα τώρα που δεν θα είναι στον Λόφο θα τις συνεχίσουμε και μακριά από τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι διαφορετικοί ρόλοι Προέδρου-δημοσιογράφου.