Ο Ποδοσάκης παντρεύτηκε με την Ελπινίκη που ήταν κάποια χρόνια μεγαλύτερή του, κάτι που δεν του αποκάλυψαν παρά μόνο μετά τον γάμο. Όχι πως αυτός δεν το είχε υποψιαστεί αφού διερωτώταν γιατί να του δώσουν την κόρη τους για γυναίκα του μια και ο ίδιος ήταν ξενοτοπίτης και δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Ορφάνεψε παιδί, μεγάλωσε μες στη φτώχεια και την πείνα κάνοντας δουλειές του ποδαριού, πηγαίνοντας από χωριό σε χωριό, πλανόδιος θεριστής ή τρυγητής, για ένα κομμάτι ψωμί και μια στέγη για τη νύχτα. Δεν τον ενδιέφερε που η νύμφη φαινόταν μεγαλύτερή του, αφού και εμφάνιση είχε και από καλή οικογένεια ήταν, με προίκα και ελιές γραμμένες στο όνομά της.
Είχε πια δική του γη, δικό του σπίτι και ανήκε σε μια οικογένεια, με τα πεθερικά να τον στηρίζουν σαν γονείς του. Την αγάπησε τη γυναίκα του. Ήρθαν και τα παιδιά στα οποία δεν ήθελε να λείψει τίποτε, αφού ο ίδιος στερήθηκε τα πάντα. Μα με την τουρκική εισβολή και την προσφυγιά ήρθαν δίσεκτα χρόνια και χάθηκαν όλα. Ούτε σπίτι, ούτε ελιά, ούτε τερατσιά. Αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στην Αγγλία όπως και τόσοι συμπατριώτες τους, «ώσπου να σάσουν τα πράματα, τζαι να βρεθεί μια λύση, έσιει να μεν βρεθεί;». Η διαμονή τους στη Μεγάλη Βρετανία ήταν προσωρινή, γι’ αυτό και δεν έκαναν ποτέ καμιά προσπάθεια για να εγκλιματιστούν, ούτε τη γλώσσα να μάθουν. Τι να την κάμουν άλλωστε αφού έμεναν σε μια συνοικία ανάμεσα σε Κυπραίους, είχαν δικά τους μπακάλικα, εστιατόρια και εργοστάσια όπου δούλευαν μέρα-νύχτα.
«Τα χρόνια επερνούσαν στην ξενιθκειάν, στην σκοτεινιασούραν του ξένου τόπου. Έτο να συνάξουμεν λλία ριάλια τζαι μόλις γενεί η λύση να πάμεν στα σπίθκια μας, ελέαμεν. Επεθυμούσαμεν τον ήλιον τζαι την βροσιήν της Κύπρου που έππεφτεν σιονωτή τον Οκτώβρην με τα πρωτοβρόχια τζαι εμοσκομύριζεν το χώμαν τζαι τον Νιόβρην επηαίνναμεν να σπείρουμεν, ανήμερα του Άι Γιώρκη του Σπόρου. Τζαι επίνναμεν που το νέον κρασίν τζαι εκάμναμεν καλόν χρόνον με το νέον λάδιν τζαι τες ελιές τες τσακκιστές. Είχαν που ούλλα τα μπακάλικα της παροικίας μα τίποτε εν είσιεν την ίδια μυρωδκιάν τζαι την ίδια γεύσην. Ούτε ο καφές ο κυπριακός στα καφενεία εμύριζεν το ίδιον. Εν το νερόν του ποταμού οξά εν ο αέρας ο εγγλέζικος που φταίει;» διερωτώνταν οι θαμώνες, παίζοντας τάβλι.
Μήνες και χρόνια, Κυριακές και γιορτές δούλευε στην κουζίνα του εστιατορίου ο Ποδοσάκης, ενώ η Ελπινίκη, μηχανικούδα νυχτοξημερωνόταν στο σπίτι, τικ τικ τικ στη ραπτομηχανή της, με μόνη παρέα τη φωνή του κύπριου εκφωνητή και τον καημό του Καζαντίδη που ήταν και δικός της. Μα έκαναν υπομονή ώσπου να μεγαλώσουν τα παιδιά, αφού έπαιρναν τα γράμματα να σπουδάσουν στο πανεπιστήμιο. Ο ίδιος που δεν είχε τελειώσει ούτε το δημοτικό ήταν περήφανος όταν τα παιδιά του φόρεσαν την τήβεννο και το καππελλούιν με τη φούντα στην τελετή αποφοίτησης. Έπειτα αποκαταστάθηκαν επαγγελματικά και παντρεύτηκαν, με δικούς τους ευτυχώς, «παπούτσιν ’που τον τόπον σου» με κυπριακό παραδοσιακό γάμο στο Βόρειο Λονδίνο. Ήρθαν και τα εγγόνια, τα οποία οι παππούδες μεγάλωναν και φρόντιζαν.
Όταν η Ελπινίκη έφυγε από τη ζωή, ο Ποδοσάκης επέστρεψε μόνος του πια στο νησί και εγκαταστάθηκε στο χωριό του. Παντρεύτηκε με μια ξένη από πρώην ανατολική χώρα για να ’χει παρέα και για να τον φροντίζει, κάτι που τα παιδιά του δεν του συγχώρεσαν. Τουλάχιστον έζησε έστω για λίγα χρόνια στη γη που τον γέννησε, περνώντας τις ώρες του ανάμεσα στις ελιές και στο χώμα που αγάπησε, αγναντεύοντας πέρα τον κάμπο και τον ανοιχτό ουρανό όπου αρμένιζαν πουπουλένια σύννεφα. Με το τσιγάρο στο στόμα και τον καφέ που μοσχομύριζε, αρμένιζαν τα χρόνια και οι άνθρωποι που πέρασαν από τη ζωή του. Οι γονείς του, των οποίων κρατούσε αόριστα την εικόνα μα ένιωθε τη ζεστασιά τους, η γυναίκα του, τα παιδιά, τα εγγόνια του και η ζωή του στην ξενιτειά.
«Μα εν πράμαν, ρε κουμπάρε να φύεις που το Λονδίνο χωρίς να πάεις ποττέ σου στο παλάτιν της Βασίλισσας;» Τον πείραζαν κάποτε στο καφενείο. Και αυτός τους απαντούσε πως ούτε ζωγραφιστό δεν ήθελε να το δει ενώ έπιανε το τραγούδι:
-Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο
Οι πικραμένες καρδιές το ξέρουνε μόνο
Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια
Ο βοριάς θα στα κάνει συντρίμμια, κομμάτια
Στη ζωή ξεκινάμε με όνειρα χίλια
Τα γκρεμίζει ο πόνος, η φτώχεια κι η ζήλια…
Γι’ αυτόν η καμαρούδα στο χωριό του με την αυλή, την ελιά και τη θέα ήταν το μόνο παλάτι που αγάπησε. Εκεί άφησε την τελευταία του πνοή, έχοντας πάντα στο κομοδίνο του τη μοναδική φωτογραφία που σώθηκε από την εισβολή, με την Ελπινίκη ντυμένη νύμφη με ένα μεταξένιο πέπλο. Έβρεχε πολύ εκείνη τη νύχτα του Φεβρουαρίου και από το χώμα ξεπηδούσαν οι νέοι βλαστοί ενώ οι κάμποι ήταν σπαρμένοι με ανεμώνες και κυκλάμινα. Ο βοριάς σκορπούσε σαν κομφετί τα άνθη μιας αμυγδαλιάς που βιάστηκε ν’ ανθίσει.
dena.toumazi@gmail.com