Τον Νοέμβριο του 2012 η άτιμη η επαγγελματική διαστροφή με οδήγησε στο Caraffa Bastione όπου ο τότε wannabe Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης μάζεψε ανθρώπους του πολιτισμού για να τους αναλύσει το φιλόδοξο όραμά του για τον τομέα.

Φυσικά, επρόκειτο για εκδήλωση προεκλογικού χαρακτήρα όπου ο υποψήφιος δικαιούται να πει και μια κουβέντα παραπάνω, βρε αδερφέ. Άσε που κατά βάθος όλοι γνωρίζουμε ότι αυτού του πλαισίου οι υποσχέσεις είναι γραμμένες στην άμμο. Όμως, είπα να πάω κι εγώ. Ομολογουμένως, όχι με τις αγαθότερες προθέσεις αλλά περισσότερο για να έχω να σούρνω τα επόμενα χρόνια.

Και όντως, ας είναι καλά ο άνθρωπος, όσα είχε πει και τάξει τροφοδότησαν ουκ ολίγα άρθρα μου τα επόμενα χρόνια. Πέρα από κάθε προσδοκία, θα έλεγα, αφού -ιδού- ακόμη και σήμερα μετά από δέκα και πλέον χρόνια γεμίζω στήλες στον Φιλελεύθερο, για να βγάλω το παντεσπάνι μου.

Τώρα λοιπόν που αποδεσμεύεται και παραδίδει τη σκυτάλη στον εκλεκτό (του λαού), είναι ευκαιρία να προβούμε σ’ έναν πρόχειρο απολογισμό δεκαετίας, απαντώντας στο ερώτημα «τι έκανες στον πολιτισμό Νίκο;»

Να πούμε καταρχάς ότι σ’ εκείνη την προεκλογική συνάντηση, τρεις μήνες πριν εκλεγεί, είχε εμφανιστεί αρκετά διαβασμένος σχετικά με τις πραγματικές ανάγκες του θαλασσοδαρμένου τομέα. Μάλιστα, πολύ σοφά, επέλεξε να μην πλασάρει την εικόνα του ειδήμονος και φιλοθεάμονα, του λάτρη και μαικήνα των τεχνών και των καλλιτεχνών, γνωρίζοντας ότι δεν έχει να κάνει με κουρκούτηδες. Αντ’ αυτού, φόρεσε το ύφος του τεχνοκράτη κι έδειξε αποφασισμένος να «μιλήσει» με πολιτικό έργο. Με εξαίρεση την κακόηχη κοτσάνα περί «Μνημονίου Πολιτισμού», τα πήγε αρκετά καλά με κορωνίδα των εξαγγελιών την ίδρυση Υφυπουργείου Πολιτισμού και μάλιστα με μηδενικό δημοσιονομικό κόστος. Το ‘πε και το ‘κανε, έστω κι αν χρειάστηκε να περάσουν εννιάμισι χρόνια και προηγήθηκαν η Ναυτιλία, ο Τουρισμός, η Καινοτομία και η Κοινωνική Πρόνοια.

Με την έναρξη της θητείας του, τον Μάρτιο του 2013, τον «υποδέχτηκα» μ’ ένα άρθρο για το οποίο ακόμη και σήμερα ντρέπομαι μόνο και μόνο για τον τίτλο του: «Κόψ’ το όλο δεξιά». Σημείωνα ότι ο Αναστασιάδης δεν χρειάζεται να ενδυθεί τον μανδύα του φανατικού φιλότεχνου, αλλά αρκεί να διατηρήσει το πιο συντηρητικό κοστούμι του ανώτατου άρχοντος, προωθώντας όμως τις πολιτικές που χρειάζεται για να βγει το κάρο από τη λάσπη. Τι να κάνουμε; Έχουμε κι εμείς τις ατιμωτικές στιγμές μας, τους λεκέδες στο δημοσιογραφικό μας αμπέχονο.

Δεν πέρασαν παρά λίγες εβδομάδες –κι ένα κούρεμα- για να δαγκώσω τη γλώσσα μου. Και τον Οκτώβριο του 2013 στο άρθρο με τίτλο «Τον καράφλα κι αν κουρέψεις το ψαλίδι σου χαλάς» θυμήθηκα τον Γκράουτσο Μαρξ που είχε πει ότι «το μυστικό στη ζωή είναι η εντιμότητα και η ειλικρίνεια: Αν μπορείς να το προσποιηθείς αυτό, τα κατάφερες». Παρότι το περιβάλλον του Προεδρικού άφησε από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες να κυκλοφορούν οι φήμες για άμεση δημιουργία Υφυπουργείου Πολιτισμού, όπως κι άλλων Υφυπουργείων, μείναμε τότε με την όρεξη. Και με το ψαλίδι που θα έκοβε τις κορδέλες, να χρησιμοποιείται τελικά για… άλλο σκοπό. Το οποίο ψαλίδι, ειρήσθω εν παρόδω, «ξεθάφτηκε» και πήρε φωτιά τις τελευταίες εβδομάδες της διακυβέρνησής του, το 2023 πια.

Το καλοκαίρι του 2014, στα εγκαίνια του νέου Πολιτιστικού Κέντρου Στροβόλου τόλμησε να μοιραστεί μαζί μας το όραμά του «να κάνουμε τη χώρα μας κέντρο πολιτισμού και παιδείας για την Ανατολική Μεσόγειο». Γελάσαμε και τότε, γελάμε και τώρα που το θυμηθήκαμε, αλλά θυμηθήκαμε επίσης ότι δεν πέσαμε και πολύ έξω όταν προβλέπαμε ότι το ημι-αναπαλαιωμένο εκείνο κτήριο θα ήταν το μοναδικό έργο πολιτιστικής υποδομής που θα ολοκληρωνόταν στη θητεία του.

Τον Μάρτιο του 2015 στην τελετή απονομής των Βραβείων Θεάτρου διεκδίκησε επάξια το μη θεσμοθετημένο Βραβείο Χειρότερου Ηθοποιού. Όχι τόσο για τη εν γένει σκηνική παρουσία του και το γεγονός ότι άφησε για δέκα ολόκληρα λεπτά τους τιμώμενους να περιμένουν όρθιοι για να εκφωνήσει την ομιλία του. Αλλά περισσότερο για το ότι η ομιλία εκείνη ήταν σε μεγάλο ποσοστό αντιγραφή του χαιρετισμού της προηγούμενης χρονιάς στην ίδια τελετή. Νομοτελειακά, δεν αποφεύχθηκε το μεγάλο λάθος, αφού όλοι άκουσαν τον Πρόεδρο να ευχαριστεί «τις δύο επιτροπές επιλογής» για το έργο που επιτέλεσαν, αγνοώντας ότι στη συγκεκριμένη θεατρική περίοδο υπήρχε μόνο μία.

Τον Απρίλιο του 2016, στη μακρά απολογιστική διάσκεψη τύπου που είχε κάνει για τα τρία χρόνια διακυβέρνησης, έτυχε να βρεθώ στο Προεδρικό και να του απευθύνω εκτός κειμένου ερώτηση για την αναδιάρθρωση και αυτονόμηση του Πολιτισμού. Εκεί, σε μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοσχεδιασμού, πέταξε τη λέξη «επαναχάραξη» στο πνεύμα της γνωστής διαφήμισης «μπλα, μπλα, μπλα, μπλα εσώρουχα, μπλα, μπλα, μπλα κρεβάτι μας.»

Στη δεύτερη θητεία ζήσαμε πάλι ανάλογου κάλλους καταστάσεις, απλώς ή εμείς κουραστήκαμε ή ο Πρόεδρος, όντας ήδη καβάλα στο άλογο του ΓεΣΥ, ήταν πιο υποψιασμένος και σίγουρος. Το τρένο του Κραν Μοντανά είχε αναχωρήσει οριστικά και μπορούσε πλέον να εστιάσει στην εσωτερική διακυβέρνηση και την υστεροφημία του. Τελικά, έστω και μετά από πολλά χρόνια φαγούρας, η πολυπόθητη αυτονόμηση επετεύχθη. Πάλι καλά να λέμε. Παρεμπιπτόντως, να πούμε ότι με την έστω και καθυστερημένη ίδρυση Υφυπουργείου Πολιτισμού δεν χρειάστηκαν παρά μερικές εβδομάδες για να διαπιστώσουμε πόσο σημαντικό και πόσο κρίσιμο ήταν το σχετικό κενό που δημιούργησε η κωλυσιεργία της δημιουργίας του.

Τον Σεπτέμβριο του 2022 η η επαγγελματική διαστροφή με οδήγησε και πάλι στο Ρόγιαλ Χολ της Λευκωσίας για να καταγράψω τις προτάσεις του τότε wannabe Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη για τον Πολιτισμό, μαζί με αυτές για την Εκπαίδευση και τον Αθλητισμό. Οψόμεθα.

Ελεύθερα, 26.2.2023