Ήθελα να την πάρω από το χέρι και να πάμε μια βόλτα οι δυο μας στον πεζόδρομο των Γιαννιτσών. Θα περπατούσα δίπλα της καμαρωτός και περήφανος, έμπλεος χαράς και αποφασισμένος να μοιραστώ την-αργοπορημένη- επίγνωση του πόσο ευλογημένος είναι κανείς να έχει για αδερφή του ένα πλάσμα αγνό, που όσο έζησε δεν έβλαψε ποτέ κανένα.

Θα είχα και την κρυφή ελπίδα ότι θα σήκωνε έστω για λίγο το κεφάλι, θα ξεκάρφωνε τη ματιά της από κάτω και θ’ αναζητούσε τη βλεμματική επαφή με τους ανθρώπους, που τόσο την αλάφιαζε τα τελευταία 30 χρόνια. Όμως αυτό ήταν δύσκολο πια. Δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει από τη μύτη κι ο κακοήθης όγκος που «κάλπαζε» στον ρινοφάρυγγά της τη δυσκόλευε όλο και περισσότερο στη μετακίνηση.

Περίμενα τα οριστικά αποτελέσματα των εξετάσεων και τις αποφάσεις των γιατρών σχετικά με τη θεραπεία που έπρεπε να ακολουθήσει για να πάρω το αεροπλάνο να πάω να τη δω. Είχα σχέδια. Αν δεν μπορούσα τελικά να την πάρω για εκείνο του σουλάτσο, θα έβρισκα πάση θυσία τρόπο να την κάνω να γελάσει, για να κλέψω μια λάμψη από τα μαύρα, παραπονεμένα της μάτια. Ή θα της έβαζα ένα από τα αγαπημένα της τραγούδια. Η μουσική πάντα έβρισκε τρόπο να τη σπιρουνίζει, να την ξεκλειδώνει, να γεφυρώνει τον ανήλεο και άδικο εξωτερικό κόσμο με τον κουκουλωμένο κόσμο των συναισθημάτων της.

Θα της έβαζα το «I Want to Break Free» των Queen, που πάντα την ξεσήκωνε. Δεν σκάμπαζε γρι αγγλικά, αλλά όταν έφηβος το έβαζα να παίζει στο CD, η Σοφία ορμούσε στο δωμάτιο και ξεκινούσε να χορεύει και να τραγουδά, εφευρίσκοντας δικές της λέξεις που όμως ταίριαζαν «κουτί» με τους στίχους και τη μελωδία που σκαρφίστηκε ο Τζον Ντίκον. Το τραγουδούσε με τέτοιο πάθος και ένταση που δύσκολα θα πίστευε κανείς ότι δεν νιώθει, δεν κραυγάζει αυτό που λένε οι στίχοι: θέλω ν’ αποδράσω, να λυτρωθώ.

Τελικά, λυτρώθηκε. Απέδρασε από το σκοτεινό μπουντρούμι που είχε κλείσει τον εαυτό της για να προστατευτεί από την κακία, την περιφρόνηση, τη συγκατάβαση, τη χλεύη, την απόρριψη. Από τη μοχθηρία μιας κοινωνίας που δεν συγχωρεί τους διαφορετικούς και τους άδολους. Έσβησε απλά και αθόρυβα, σαν τη φλόγα ενός κεριού, στον ύπνο της. Πριν έρθουν τα αποτελέσματα, πριν χρειαστεί ν’ ανέβει ακόμη έναν Γολγοθά, πριν μπει στη διαδικασία να μας ταλαιπωρήσει, πριν προλάβω να πάρω εκείνο το αεροπλάνο.

Τώρα, έμεινε ως τελευταία ανάμνηση ένα βίντεο με τις μικρότερες αδερφές της μέσα στο αυτοκίνητο, καθ’ οδόν για το νοσοκομείο, με το ραδιόφωνο να παίζει ένα παλιό τραγούδι της Βίσση. Με τα μάτια δακρυσμένα από τον πόνο, με τα ματόκλαδα να λάμπουν, μ’  ένα σκανδαλιάρικο χαμόγελο να αχνοσχηματίζεται και τον όγκο να πιέζει τον λάρυγγά της, κατάφερε να βογκήξει ό,τι πιο κοντινότερο στους στίχους του Καρβέλα: «Η επόμενη κίνηση θα ‘ναι ματ…»

Πάλι άργησα. Τι δεν θα έδινα να δω μια τελευταία φορά από κοντά εκείνη τη λάμψη της συνεσταλμένης, γνήσιας χαράς στα καρβουνιάρικα μάτια της. Μου πήρε μια ολόκληρη ζωή να εκτιμήσω την ευεργετική της επίδραση σ’ αυτό που είμαι. Πλέον είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Κανένας άνθρωπος δεν με καθόρισε τόσο αποφασιστικά, από τη μέρα που γεννήθηκα μέχρι σήμερα.

Όμως η Σοφία ήταν υποχρεωμένη να πηγαίνει αντάμα μ’ αυτό που την έκανε να ξεχωρίζει πριν ακόμη κάνει τα πρώτα της βήματα. Μεγάλωνε σε διαφορετικούς ρυθμούς, αλλά αυτό δεν την πείραζε. Ήταν ένα χαρούμενο και ζωηρό παιδί, εξωστρεφές και συναισθηματικό. Κι εγώ δεν θυμάμαι πόσες φορές βγήκε μπροστά να υπερασπιστεί εμένα και τις μικρές, αναλαμβάνοντας εκείνη την ευθύνη για σκανταλιές και αταξίες δικές μας, με τις οποίες δεν είχε καμία σχέση.

Όταν, όμως, μπήκε στην εφηβεία άρχισε να δυσκολεύεται. Ήταν τότε που προέκυψε το ερώτημα «εγώ γιατί είμαι διαφορετική;» Άρχισε να έρχεται αντιμέτωπη με το βλέμμα των άλλων και να συμβολοποιεί τον αρνητικό εαυτό της. Μέχρι την ενηλικίωση, αυτό που τη λύγισε ήταν η αυτεπίγνωση. Σαν τη φουσκάλα που συνειδητοποίησε ότι μια μέρα θα σκάσει, πέρασε την υπόλοιπη ζωή της βουλιάζοντας στον θρήνο για την άπιαστη κανονικότητα, για τις ευκαιρίες που ποτέ δεν θα είχε.

Το σύστημα της οικογένειας άρχισε κι αυτό να διαταράσσεται και τα νεαρότερα μέλη, πρόταξαν τις ψυχοδυναμικές αιτιάσεις και απώθησαν βαθύτερους φόβους και ενοχές, σε μια προσπάθεια ν’ αποτινάξουν και τις ετικέτες. Έτσι, αποστρέψαμε το βλέμμα και κοίταξαμε σιγά- σιγά τη ζωή μας, καταδικασμένοι να μείνουμε πάντα με την αμφιβολία αν όντως κάναμε ό,τι περνούσε από το χέρι μας για να εξασφαλίσουμε τη φροντίδα που της άξιζε. Είτε το θέλαμε, όμως, είτε όχι την είχαμε πάντα μέσα μας όπου κι αν πηγαίναμε, όποιο μονοπάτι κι αν μας άφηνε η ζωή να νομίζουμε ότι επιλέξαμε. Η Σοφία ήταν ανέκαθεν μια ιδέα, μια αιθέρια, αόριστη νύξη.

«Maintenant, elle est comme les autres». Τώρα, είναι σαν τους άλλους. Αυτά τα λόγια λένε οι βιογράφοι του Σαρλ ντε Γκολ ότι ψιθύρισε ο στρατηγός στη σύζυγό του, την ημέρα της κηδείας της μικρής τους κόρης, που (ο κόσμος θεωρούσε ότι) υστερούσε νοητικά. Όχι όμως ο ίδιος ο πατέρας της, καθώς πάντα πίστευε ότι η ευαλωτότητά της του έδινε θάρρος και έμπνευση. Τη θεωρούσε ευλογία.

Στην κηδεία της Σοφίας, βλέποντας τα τσίνορά της να έχουν σφαλίσει για πάντα, ένιωσα το ίδιο. Κι όταν πήγε να τρυπώσει πάλι στο μυαλό μου εκείνη η βασανιστική σκέψη -πώς θα ήταν άραγε η ζωή της αν ήταν «φυσιολογική»;- εγώ τη σταμάτησα. Τι νόημα έχει πια; Προτίμησα να σκύψω και να της ψιθυρίσω τους στίχους από το «I Want to Break Free»: But life still goes on/ I can’t get used to living without you by my side. Ήξερα όμως ότι στον εαυτό μου τους ψιθύριζα.

[Στη μνήμη της Σοφίας Σαββινίδου, 8.5.1974- 3.3.2023]

Ελεύθερα, 12.3.2023