«Φταίμε όλοι» λέει και ξαναλέει ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας για την πολύνεκρη τραγωδία στα Τέμπη, μόνο που ο πρώτος πληθυντικός που χρησιμοποιεί είναι χειρότερος από αδόκιμος. Είναι άδικος. Και όταν κάτι είναι άδικο, εξ ορισμού είναι και επικίνδυνο.
Κανένας δεν ισχυρίζεται ότι ο Πρωθυπουργός έχει ποινική ή άλλη προσωπική ευθύνη για το δυστύχημα, εκτός ασφαλώς εάν αποδειχθεί ότι γνώριζε ή είχε προειδοποιηθεί για τους κινδύνους και δεν είχε κάνει τίποτα. Κάτι τέτοιο μόνον η έρευνα μπορεί να το δείξει.
Εκείνο που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει είναι τις βαρύτατες πολιτικές ευθύνες που έχει η κυβέρνηση, η κάθε κυβέρνηση, ανεξαρτήτως του ποιος ηγείται. Μετά από μια τραγωδία αυτού του μεγέθους, ο Πρωθυπουργός, ο όποιος Πρωθυπουργός, έχει υποχρέωση να αναγνωρίσει την πολιτική ευθύνη και να την αναλάβει. Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να επιχειρηματολογήσουμε. Αρκεί να υπενθυμίσουμε στον κ. Μητσοτάκη όσα (πολύ ορθά) απαιτούσε μετά την πολύνεκρη τραγωδία στο Μάτι, από τον προκάτοχό του, Αλέξη Τσίπρα. Ο οποίος λέει τώρα τα αντίθετα από εκείνα που έλεγε εκείνο το μοιραίο καλοκαίρι του 2018 όταν ο ίδιος ήταν ένοικος του Μεγάρου Μαξίμου. Δεν θέλουμε να είμαστε ισοπεδωτικοί αλλά επιτέλους οι πολιτικοί θα πρέπει να ελέγξουν τους αισθητήρες της ευθιξίας τους, οι οποίοι δείχνουν να υπολειτουργούν όταν πρόκειται για τους ίδιους αλλά είναι υπερευαίσθητοι όταν ένα θέμα αφορά τους πολιτικούς τους αντιπάλους.
Τα περί πολιτικής ευθύνης τα ζήσαμε πολύ έντονα εδώ στην Κύπρο μετά την τραγωδία στο Μαρί. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας ζήτησε συγγνώμη για το κακό που συνέβη, η οποία δεν είχε την απήχηση που έπρεπε, όχι γιατί δεν ήταν ειλικρινής αλλά επειδή ο χρόνος της και ο τρόπος της δεν αρκούσαν για να αλλάξουν το βαρύ κλίμα που δημιουργήθηκε στην κοινή γνώμη, το οποίο η αντιπολίτευση φρόντισε να αξιοποιήσει, ή καλύτερα να εκμεταλλευτεί. Πέραν των επικοινωνιακών αδυναμιών και άλλων παραλείψεων, το μεγαλύτερο λάθος της τότε κυβέρνησης ήταν η διαχείριση που έγινε σε πολιτικό επίπεδο ιδιαίτερα μετά το πόρισμα Πολυβίου, τον οποίο είχε διορίσει ο ίδιος ο μ. Χριστόφιας. Η προσπάθεια αποδόμησης του πορίσματος προτού καν αναγνωστεί, φάνηκε στα μάτια του κόσμου ως υπεκφυγή από το προφανές, δηλαδή την ανάληψη πολιτικής ευθύνης, προκειμένου να διαλυθεί οποιαδήποτε υπόνοια για την ύπαρξη προσωπικής ευθύνης, ή ακόμη και ποινικής. Με τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση μπήκε σε ένα τούνελ από το οποίο δεν μπόρεσε να βγει, παρά μόνον όταν έληξε η θητεία της. Πέρασαν δέκα πέντε χρόνια από τότε αλλά το ΑΚΕΛ συνεχίζει να κουβαλά τα βαρίδια μιας εξαιρετικά δύσκολης περιόδου.
Κανείς δεν μπορεί να ξέρει ποια θα ήταν η εξέλιξη των πραγμάτων ειδικά για το ΑΚΕΛ εάν ο Δημήτρης Χριστόφιας επέλεγε τον αξιοπρεπή δρόμο της παραίτησης. Μπορούμε όμως να εκτιμήσουμε ότι το λεγόμενο ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς θα αποκτούσε νόημα στα μάτια των πολιτών, ανεξαρτήτως ιδεολογικής ή κομματικής τοποθέτησης. Κάτι το οποίο θα εξουδετέρωνε κάθε απόπειρα να χρεωθούν στο ΑΚΕΛ ακόμη και γεγονότα για τα οποία δεν είχε ευθύνη, όπως η παγκόσμια οικονομική κρίση.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλά από όσα βλέπουμε σήμερα στο πολιτικό σκηνικό να ήταν εντελώς διαφορετικά εάν την κρίσιμη ώρα το ΑΚΕΛ κατάφερνε να απαλλαγεί από τα φοβικά σύνδρομα και λειτουργούσε ως ένα κοινωνικό ρεύμα που έλκει τη δύναμή του από τον λαό. Από τη στιγμή που ο Δ.Χριστόφιας και το ΑΚΕΛ επέλεξαν να πετάξουν στα σκουπίδια το πόρισμα, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να απαιτήσουν αργότερα από τους πολιτικούς τους αντιπάλους το σεβασμό άλλων πορισμάτων. Για παράδειγμα ούτε ο Χάρης Γεωργιάδης θα μπορούσε να μείνει στη θέση του μετά το πόρισμα για τον Συνεργατισμό, ούτε ο Νίκος Αναστασιάδης θα άντεχε να κρατηθεί στην εξουσία μετά την αναφορά του ονόματός του από το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το σκάνδαλο των διαβατηρίων.
Το «φταίμε όλοι» είναι υπεκφυγή. Θυμίζει το εξίσου προσβλητικό «μαζί τα φάγαμε». Η πολιτική ευθύνη είναι εξαιρετικά απλή. Δεν γράφεται σε κανένα πολιτικό εγχειρίδιο. Αναλαμβάνεται την ώρα που πρέπει, σε πρώτο ενικό, όπως αρμόζει σε ένα πραγματικό ηγέτη.