Mέρος Α΄: Η εκκλησία εποκουππίστηκεν

Το πατρικό σπίτι ήταν προίκα της γιαγιάς Δέσποινας, η οποία γεννήθηκε με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στα δεκαεφτά της την πάντρεψαν στην πόλη γύρω από την οποία απλωνόταν μια πράσινη θάλασσα από περιβόλια με εσπεριδοειδή και κηπευτικά ενώ στα χωράφια με ελιές, χαρουπιές και συκιές έβοσκαν κοπάδια με γιδοπρόβατα. Η πόλη έσβηνε μες το απέραντο σμαραγδί της Μεσογείου. Το σπίτι κτίστηκε λίγο έξω από το κέντρο της, δίπλα από το ναό της Αγίας Ζώνης, στο προαύλιο του οποίου βρισκόταν το κοιμητήριο. Θρόιζαν τα κυπαρίσσια και οι ευκάλυπτοι που είχαν φυτέψει οι Εγγλέζοι αποικιοκράτες για να αποξηραθούν τα έλη και να εξαλειφθεί η ελονοσία. 

Κάπως έτσι τα διηγείτο η γιαγιά, η οποία άφησε τη θαλπωρή του σπιτιού της στο χωριό για να βρεθεί μόνη στην πόλη, δίπλα από τον άγνωστο άντρα με τον οποίο θα έστηνε σπιτικό και οικογένεια. Οι γάμοι έγιναν στην εκκλησία με το τίμιο ξύλο στην οποία λειτουργούσε ο ιερέας πατέρας της, ο Παπαρτέμης και είχε κτιστεί από την ίδια την Αγία Ελένη. Κάτω από τον ναό περνούσε το ποτάμι, ενώ υπήρχε ένα υπόγειο λαγούμι όπου κρύβονταν τα κορίτσια και οι νεαρές γυναίκες σαν γίνονταν επιδρομές. Απ’ εκεί έβγαιναν κάθε Δωδεκαήμερο και οι καλικάντζαροι. Οι γάτες που σεργιανούσαν στα κεραμίδια και στα καλντερίμια, ανάμεσα στα πέτρινα σπίτια με τις καμάρες, τις εσωτερικές αυλάδες και τα κρεμαστά μπαλκόνια ήταν απόγονοι των γάτων που είχε φέρει η Αγία στο νησί. Ήταν τόσο γενναίες που τα έβαζαν όχι μόνο με τα φίδια αλλά και με τους καλικάντζαρους, γιατί ήταν γάτες ευλογημένες. 

Μετά το τριήμερο γλέντι έφτασε στην πόλη το κάρο με τα δώρα, τα προικιά και το κυπαρισσένιο μπαούλο, γεμάτο κεντήματα, σεντόνια, δαντέλες, λευκαρίτικα και τις λευκές μακριές νυχτικιές με ένα σχίσιμο στο επίμαχο σημείο, εφόσον ο σύζυγος δεν θα έβλεπε ποτέ από σεβασμό γυμνή τη γυναίκα του. Ευτυχώς η γιαγιά είχε για στήριγμα στα πρώτα της βήματα τον ιερέα συγχωριανό της, τον Παπαχρύσανθο, που λειτουργούσε στην εκκλησία της Αγίας Ζώνης και την παπαδιά του, που την έλεγαν Ανθοδέσμη. Είχαν εγκατασταθεί προ καιρού στην πόλη και αυτοί της είχαν βρει τη γη απέναντι από το σπίτι τους καθώς και τον μέλλοντα σύζυγό της, τον τυπογράφο από τη Μέσα Γειτονιά. Στήριγμα στην απειρία και στη μοναξιά της είχε και την αδελφή της, την Ανδριανή. Ξανάσμιξαν μετά από χρόνια αφού, σαν ήταν κοριτσάκι η Ανδριανή, την είχαν δώσει αναγιωτή στη θεία Αννού, στη Λάρνακα. 

Τον χειμώνα οι χείμαρροι κατέβαιναν ορμητικοί από τα βουνά με ένα στρόβιλο από κλαδιά, σπασμένα ειδώλια, αμφορείς, κουφάρια ζώων. Σκουπίδια δεν είχε εκείνη την εποχή, αφού δεν είχε εφευρεθεί ακόμη το πλαστικό, οι σακούλες και οι συσκευασίες μιας χρήσης. Οι άνθρωποι ανακύκλωναν τα λιγοστά προϊόντα που είχαν στη διάθεσή τους, φαγητά δεν πετούσαν και αν περίσσευε κάτι κατέληγε στις κότες. Τα ρούχα μεταποιούνταν, ξαναφοριούνταν μέχρι να φτάσουν σε τέτοιο σημείο φθοράς που τα έραβαν σε κουρελούδες.

Η γιαγιά Δέσποινα έχασε νωρίς τον σύζυγό της, έτσι βρέθηκε μόνη της στην πόλη με τρία νήπια. Είχε πίστη, ελπίδα, αγάπη και μ’ αυτά πορευόταν, μαζί και με τη βοήθεια της Χρυσάνθης, της αδελφής της, που εγκαταστάθηκε μαζί της και έγινε σπουδαία μοδίστρα. Αυτή δεν είχε παντρευτεί λόγω μιας αναπηρίας από πολιομυελίτιδα, έτσι δεν φόρεσε ποτέ τις λευκές νυχτικιές με το άνοιγμα στο επίμαχο σημείο. Σφράγισε μάλιστα τα σχισίματα σ’ αυτές της χήρας αδελφής της εφόσον δεν θα ξανάνοιγαν ποτέ πια.

Η πόλη μεγάλωνε. Τα παιδιά μεγάλωναν κι αυτά με την αγάπη και τη φροντίδα των δύο γυναικών, ενώ την πατρική φιγούρα αντικαθιστούσε σε μεγάλο βαθμό ο θείος Κώτσιος, ο σύζυγος της άλλης αδελφής, της Ανδριανής ο οποίος φρόντιζε ώστε να μην λείψει τίποτε στα παιδιά. Κτηνοτρόφος και από τους πρώτους αγελαδοτρόφους, αγόραζε γη πάνω στη θάλασσα αφού ήταν η πιο φτηνή και εκεί έπαιρναν οι βοσκοί τα γιδοπρόβατα για να λουστούν. Οι κάτοικοι του νησιού δεν ήξεραν καν κολύμπι αφού από αρχαιοτάτων χρόνων, λόγω των επιδρομών των Μαμελούκων και Σαρακηνών, είχαν καταφύγει στα κακοτράχαλα βουνά. Ο 20ος αιώνας το βρήκε με ανθρώπους βουνίσιους, χωρίς νοοτροπία νησιώτικη, με τον φόβο της θάλασσας και με ελάχιστα ψαροχώρια στις ακτογραμμές του. 

Η Αγία Ζώνη υπήρξε το δεύτερό σπίτι και μαζί το καταφύγιό της, απ’ όπου αντλούσε δύναμη και φώτιση. Την καρτερικότητα και την υπομονή τις διδάχτηκε μικρή από τη μητέρα της την Πηνελόπη και τον πατέρας της, τον Παπαρτέμη, που εκτός από ιερέας υπήρξε και ο δάσκαλος του χωριού, λάτρης της αρχαίας Ελλάδας. Αντί για ονόματα αγίων πρότεινε αρχαία ελληνικά για τα παιδιά του χωριού, ονομάζοντας μάλιστα τον πρωτότοκο γιο του Τηλέμαχο. Η αστικοποίηση συνεχιζόταν με γοργό ρυθμό, έτσι σύντομα ο ναός της Αγίας Ζώνης δεν χωρούσε πια το εκκλησίασμα. Γνωστό αρχιτεκτονικό γραφείο σχεδίασε ένα μεγαλύτερο, του οποίου όμως το ιερό τοποθετήθηκε στον νότο αντί στην ανατολή, γιατί έτσι χωρούσε πιο άνετα στο οικόπεδο. Ξεσηκώθηκαν οι πιστοί κάνοντας διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, φτάνοντας μάλιστα μέχρι και την Αρχιεπισκοπή. Μα τα σχέδια είχαν εγκριθεί από την Ιερά Μητρόπολη κι έτσι ανεγέρθηκε ο μοναδικός ναός του νησιού με ανάποδο ιερό. «Η εκκλησία εποκουππίστηκε» φώναζαν με τρόμο πολλοί πιστοί που εκκλησιάζονταν πλέον σε άλλη ενορία. Σιγά-σιγά όμως το συνήθισαν και επέστρεψαν. Οι άνθρωποι συνηθίζουν τα πάντα με τον χρόνο, ξεχνούν ή απλά προσαρμόζονται.

dena.toumazi@gmail.com