Αναζητώντας κανείς μια λογική εξήγηση μέσα στο κομματικό παζάρι είναι σίγουρο πως ποτέ δεν να πλησιάσει έστω και κοντά στην άκρη. Γιατί στα πολιτικά παζάρια, ιδιαίτερα μετά από μια εκλογική αναμέτρηση, η λογική κλειδώνεται εκτός. Είναι λοιπόν ανώφελο να επιχειρεί κανείς να βρει έστω και κατά προσέγγιση λογική στις απαιτήσεις που πρόβαλαν δύο από τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων που υποστήριξαν τον Νίκο Χριστοδουλίδη στις προεδρικές εκλογές της 5ης και 12ης Φεβρουαρίου. 

Μάριος Καρογιάν και Μαρίνος Σιζόπουλος έχουν ένα πλούσιο παρελθόν στα παρασκήνια (ίσως πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι στα προσκήνια)  που θα έπρεπε να καθιστά τον νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας ιδιαίτερα επιφυλακτικό στις όποιες κινήσεις του στις οποίες θα εμπλέκονταν οι δύο κομματάρχες. Τα περπαγμένα αμφοτέρων στους κομματικούς χώρους που δραστηριοποιήθηκαν ή δραστηριοποιούνται είναι τέτοια ώστε ο όποιος συνομιλητής να μην του εμπιστεύεται. 

Ηγούνται δύο κομμάτων που εάν να βάλεις μαζί ίσα που αγγίζουν τις 26 χιλιάδες ψήφους, 24.022 ψήφους πήρε η ΕΔΕΚ του Μαρίνου Σιζόπουλου στις βουλευτικές του 2021 και 21.832 ψήφους η ΔΗΠΑ του Μάριου Καρογιάν. Στις προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου ούτε ο ένας, ούτε και ο άλλος κατάφεραν να πείσουν τους ψηφοφόρους των κομμάτων τους να πάνε και να ψηφίσουν τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Και σύμφωνα με αναλύσεις των ειδικών μόνο τα 2/3 των ψηφοφόρων της ΕΔΕΚ και της ΔΗΠΑ ψήφισαν τον υποψήφιο που στήριζε το κόμμα τους. Αυτό σημαίνει πως η ΕΔΕΚ έδωσε στον Νίκο Χριστοδουλίδη κάπου 16 χιλιάδες ψήφους και η ΔΗΠΑ 14 χιλιάδες ψήφους. 

Είναι εμφανές πως ούτε ο ένας, ούτε και ο άλλος έπαιξαν καθοριστικό ρόλο ώστε ο Νίκος Χριστοδουλίδης να κερδίσει τις εκλογές. Αντίθετα η παρουσία των δύο λειτουργούσε ως βαρίδι στην ανεξάρτητη υποψηφιότητά του, αλλά και στο τι κουβαλούσε μέσα από τον πολιτικό του βίο ένας έκαστος. Πέραν του ότι ούτε ο Μαρίνος Σιζόπουλος αλλά κυρίως ο Μάριος Καρογιάν πίστεψαν στην υποψηφιότητα Νίκου Χριστοδουλίδη. Ο πρώτος έλαβε την απόφαση τον Οκτώβριο, και αφού είχε ξεκαθαρίσει το σκηνικό, και ο δεύτερος τρεις μήνες προηγουμένως, τον Ιούλιο, αφού πρώτα πήρε θέση το ΔΗΚΟ και όταν εντός ΕΔΕΚ είχε δημιουργηθεί ένα κλίμα υπέρ Χριστοδουλίδη. 

Πέραν του ότι είναι κοινό μυστικό πως και οι δύο προσέγγιζαν τη συγκεκριμένη υποψηφιότητα ως εκείνη από την οποία θα είχαν τις μίνιμουμ ζημιές σε περίπτωση αποτυχίας. Εάν κέρδιζε θα ήταν στους νικητές (όπως και συνέβη) εάν έχανε τότε θα πουν ότι αυτοί τον στήριξαν αλλά δεν τραβούσε κλπ., κλπ.. Είχαν από καιρό ετοιμάσει δύο αφηγήματα τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αναλόγως εξελίξεων στις εκλογές. Τουλάχιστον ένας εκ των δύο ήταν έτοιμος να μεταπηδήσει σε άλλο άλογο εάν αυτό που στήριζε έμενε εκτός δευτέρου γύρου. 

Όλα αυτά ήταν πολύ γνωστά και βρίσκονταν στο επίκεντρο των πολιτικών συζητήσεων, σε πηγαδάκια και κομματικούς διαδρόμους. Και κανείς δεν αισθανόταν την ενόχληση για να πει κάτι διαφορετικό. Εξάλλου τους βόλευε αυτή η συζήτηση γιατί πίστευαν πως εάν έχανε ο Χριστοδουλίδης θα είχε δημιουργηθεί μια περιρρέουσα που τους ωφελούσε. 

Και αφού ο νικητής των εκλογών ήταν ο Νίκος Χριστοδουλίδης βγήκαν μπροστά και άρχισαν να σπρώχνονται ποιος θα πάρει καλύτερο κομμάτι στην υπουργική μοιρασιά. Και κάπου εκεί έκανε το λάθος ο Νίκος Χριστοδουλίδης και τους έβαλε μαζί του στο τραπέζι και τους επέτρεψε να μετατρέψουν την πρώτη και ύψιστη πολιτική πράξη του νέου προέδρου σε έναν μετεκλογικό αχταρμά. Στην καλύτερη των περιπτώσεων εκείνο που θα μπορούσε να κάνει ήταν να τους ενημερώσει για τις αποφάσεις του και να κλείσει το τηλέφωνο. 

Θα μπορούσε να πράξει, ό,τι και το βράδυ της 5ης Φεβρουαρίου όταν τους έβαλε στο πλάι και ήθελε να ήταν μόνος μέσα στο κάδρο της επιτυχίας. Στις 27 του Φεβράρη είχε πολύ περισσότερους λόγους να τους αφήσει εκτός κάδρου. Δεν το έπραξε και πληρώνει ένα σοβαρό πολιτικό τίμημα.