Ας θέσουμε πρώτα ένα πλαίσιο. Στην Κύπρο, μετά το 1974 και για αρκετά χρόνια, διαμορφώθηκε ένα πολύ σταθερό κομματικό και πολιτικό σύστημα με άξονα τον θεσμό της προεδρίας και τα τέσσερα βασικά κόμματα (ΑΚΕΛ, ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ). Οι αλλαγές που συντελούνταν στον υπόλοιπο χώρο της Ευρώπης, ακόμη και στην Ελλάδα, έρχονταν στην Κύπρο με αργοπορία, κάτι που βεβαίως ίσχυε και στις προηγούμενες δεκαετίες. Οι εξηγήσεις γι’ αυτή την αργοπορία εκδήλωσης των αλλαγών μπορούν να ποικίλουν. Θα τις εντόπιζα, κυρίως, στην αργοπορημένη προέλαση του καπιταλισμού στην Κύπρο, τον τρόπο με τον οποίο η χώρα εντάχθηκε στο ευρύτερο πλαίσιο τους διεθνούς καταμερισμού ισχύος μέσω των αποικιοκρατικών δομών, το μικρό μέγεθος της χώρας και στο ανεπίλυτο εθνικό ζήτημα, το οποίο ιστορικά λειτουργεί ως εμπόδιο σημαντικών θεσμικών, πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών.
Αυτό που άλλαξε σχετικά δραστικά την κατάσταση στη νέα χιλιετία ήταν η διπλή συγκυρία της ένταξης στην ΕΕ και η κορύφωση των προσπαθειών επίλυσης του κυπριακού μέσα στην ίδια χρονιά, το 2004. Αυτά τα δύο γεγονότα λειτούργησαν ως επιταχυντές ιστορικών διεργασιών και εξελίξεων απελευθερώνοντας, μεταξύ άλλων, πιο ατομικιστικές δυναμικές. Από εκεί και πέρα ο πολιτικός χρόνος στην Κύπρο συμπυκνώνεται. Διεργασίες που διαρκούσαν, συνήθως, δεκαετίες και χρόνια, τώρα συντελούνται σε πολύ μικρότερα διαστήματα. Προφανώς, το πολιτικό σύστημα δεν έμεινε και δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο από τις αλλαγές αυτές.
>>Το διαφοροποιημένο πλαίσιο του πολιτικού ανταγωνισμού: Το πολιτικό σύστημα στην Κύπρο αλλάζει εδώ και μερικά χρόνια χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν διατηρεί και ισχυρές συνέχειες με το παρελθόν. Αυτό αντικατοπτρίστηκε τόσο στην προεκλογική εκστρατεία όσο και στα αποτελέσματα των εκλογών. Μια συνοπτική περιγραφή του τι συμβαίνει στην Κύπρο εδώ και μερικά χρόνια μπορεί να αποδοθεί μέσα από την έννοια της ρευστοποίησης. Η ρευστοποίηση συνδέει και συνδέεται με αρκετά φαινόμενα που παρατηρούνται στο κυπριακό κομματικό σύστημα: αποστοίχιση από τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα, μείωση των κομματικών ταυτίσεων, αύξηση της απάθειας και της αδράνειας, απογοήτευση και έλλειψη εμπιστοσύνης στην πολιτική, τα κόμματα, τις κυβερνήσεις, τους πολιτικούς, εξατομίκευση της πολιτικής συμπεριφοράς.
Το σκηνικό αν και δεν έχει ακόμα οριστικοποιηθεί, αφού εξακολουθεί να διαμορφώνεται και βρισκόμαστε σε ένα ομολογουμένως μεγάλο σε διάρκεια μεταβατικό στάδιο, εντούτοις οι τάσεις είναι ορατές. Το κομματικό σύστημα χάνει τον ισχυρό βαθμό δόμησης και συναίνεσης που το χαρακτήριζε. Πολώνεται έντονα και ταυτόχρονα τεμαχίζεται. Πάντα, βέβαια, συγκριτικά με το τι ίσχυε προηγουμένως και παρουσιάζοντας και σημαντικά σημάδια ανθεκτικότητας επίσης. Το σκηνικό ευνοεί καινούργια, μικρότερα κόμματα, κάτι που αντικατοπτρίζεται στην πληθώρα κομματικών σχηματισμών και υποψηφίων που διεκδικούν είσοδο στη βουλή τις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά και στον αριθμό των κομμάτων που πετυχαίνουν εκλογή.
>>Τι φαίνεται να μας είπε η κάλπη – Τα αποτελέσματα των εκλογών ήρθαν να επιβεβαιώσουν τις ανωτέρω παρατηρήσεις. Η ρευστότητα και η αβεβαιότητα συνεχίζονται. Δεν φαίνεται να έχει αποκρυσταλλωθεί ένα νέο και ανθεκτικό στο χρόνο κομματικό σκηνικό. Εξακολουθούμε να είμαστε σε ένα στάδιο μετάβασης, αν και τα πλείστα κοινοβουλευτικά κόμματα πλέον (έξι από τα επτά), έχουν ήδη αποδείξει σταθερότητα και χρονική διάρκεια. Ενδεικτικό και της συνέχειας και της ανθεκτικότητας του παραδοσιακού πολιτικού μας συστήματος. Ο μεγάλος αριθμός κομματικών σχηματισμών που διεκδίκησαν τις εκλογές, όμως, ορισμένοι μένοντας οριακά εκτός βουλής, αποδεικνύει ότι υπάρχει σημαντικό κενό εκπροσώπησης, το οποίο συνδυασμένο με την αποχή (βλ. πιο κάτω) διευρύνεται.
Ο κατακερματισμός του κομματικού συστήματος μονιμοποιείται με την ύπαρξη ενός σχετικά μεγάλου αριθμού κοινοβουλευτικών κομμάτων. Αυτό αντικειμενικά περιορίζει τον ρυθμιστικό ρόλο ενός και μόνο κόμματος, αφού οι συνεργασίες απαιτούν τουλάχιστον τρία ή και περισσότερα κόμματα και οι οποίες, ενδεχομένως, πλέον να είναι πιο εφήμερες και ad hoc παρά εφ’ όλης της ύλης. Αν αυτό με τη σειρά του θα οδηγήσει σε συναίνεση ή μεγαλύτερη πόλωση και σύγκρουση μένει να αποδειχτεί. Σίγουρα, όμως, επηρεάζει τη λειτουργία του κοινοβουλίου, την υιοθέτηση πολιτικών και νομοσχεδίων, καθώς και τις σκέψεις για τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές.
Συναφές με το πιο πάνω είναι και η αποδυνάμωση του δικομματισμού που συνεχίζεται. Η αθροιστική δύναμη του δικομματισμού ανερχόταν στο 68% το 2001, μειώθηκε σε 62% το 2006, ανέβηκε στο 67% το 2011, για να μειωθεί ξανά στο 57% το 2016 και -για πρώτη φορά- σε λιγότερο από 50% στις εκλογές της περασμένης Κυριακής. Η πορεία αυτή αποτελεί επιβεβαίωση της μείωσης των κομματικών ταυτίσεων και αύξηση της αποστοίχισης.
Συνεχίζει επίσης και η τάση ενίσχυσης των μικρότερων και νεότερων σχηματισμών. Αυτό είναι ένδειξη μερικής τουλάχιστον επαναστοίχισης με όρους πολιτικής επιστήμης. Αριθμός ψηφοφόρων, δηλαδή, δεν απέχει απλώς, αλλά κάνει μια διαφορετική επιλογή σε σχέση με το παρελθόν. Κάτι που δεν συντελείται όμως σε σταθερή βάση, με την έννοια ότι αρκετοί ψηφοφόροι επιλέγουν μικρότερα και νεότερα κόμματα μεν, όχι κατ’ ανάγκη τα ίδια κάθε φορά.
>>Η ψήφος διαμαρτυρίας, που σχετίζεται και με την προηγούμενη αναφορά, έχει μεταφερθεί πλέον και στις εκλογές πρώτης διαλογής, όπως είναι οι εθνικές κοινοβουλευτικές εκλογές. Παραδοσιακά, η ψήφος διαμαρτυρίας εκφραζόταν περισσότερο στις θεωρούμενες εκλογές δεύτερης τάξης, τις λιγότερο σημαντικές, όπως για παράδειγμα τις ευρωπαϊκές εκλογές. Αυτό αλλάζει πλέον. Παράλληλα με τη μείωση της ψήφου ταύτισης, αναδεικνύεται και μια ψήφος τακτικής εντός της ψήφου διαμαρτυρίας που περιέχει μια πολύ πιο «υπολογιστική» σκέψη σε σχέση με την απλή ψήφο διαμαρτυρίας. Η τελευταία είναι, συνήθως, πιο εφήμερη, πιο συναισθηματική και πιο συγκυριακή.
Σε αυτές τις εκλογές υπήρξαν νικητές (ΕΛΑΜ και ΔΗΠΑ) και ηττημένοι. Περισσότερο ηττημένοι (ΑΚΕΛ και ΔΗΚΟ) και λιγότερο ηττημένοι (ΔΗΣΥ, Οικολόγοι και σε ένα βαθμό η ΕΔΕΚ). Συνολικά, πιο χαμένη ήταν η αντιπολίτευση δεδομένης της θεματολογίας που κυριάρχησε στην προεκλογική με την έμφαση στα κυβερνητικά σκάνδαλα και τη διαφθορά. Η προεκλογική επικοινωνιακή πολιτική των κομμάτων δείχνει ότι η έμφαση των πολιτικών κομμάτων στην πολιτική ως επικοινωνία έναντι της πολιτικής ως ουσία οδηγείται σε εξάντληση.
Η Αριστερά, το ΑΚΕΛ, εξήλθε ως το πιο λαβωμένο πολιτικό κόμμα από αυτή τη μάχη. Συνεχίζει μια φθορά αρκετών χρόνων με συνεχόμενες μειώσεις ποσοστών, αλλά και μεγάλη απώλεια ψήφων. Ο ΔΗΣΥ μπορεί να απέφυγε τα χειρότερα, όμως, για πρώτη φορά από το 1976 πήρε ποσοστό κάτω από 30%. Οι διαρροές του ήταν πολύ σημαντικές και ιδιαίτερα προς το ακροδεξιό ΕΛΑΜ. Οι Οικολόγοι αν και αρχικά φαινόταν ότι θα αποτελούσαν την έκπληξη των εκλογών αυτών, προσγειώθηκαν ανώμαλα. Η ΕΔΕΚ είχε μεν μια οριακή αύξηση των ποσοστών της, δεν πρέπει να λησμονείται όμως ότι ουσιαστικά συνέπραξε με τη Συμμαχία Πολιτών, η οποία είχε λάβει πέραν του 6% των ψήφων στις προηγούμενες εκλογές.
Η αύξηση των ποσοστών του ΕΛΑΜ παραπέμπει σε μια εδραίωση και κανονικοποίηση της κυπριακής ακροδεξιάς. Μια κανονικοποίηση που μεταφέρεται πλέον και στο εκλογικό σώμα, πέραν της αντίστοιχης διαδικασίας που ήδη έλαβε χώρα από σημαντικά τμήματα του πολιτικού, κοινωνικού και μιντιακού συστήματος της χώρας. Σε αυτό, βέβαια, συνετέλεσε και το γεγονός ότι η κυπριακή ακροδεξιά εξελίσσεται σε μια ηπιότερη μορφή ακροδεξιάς σε σχέση με την μητρική οργάνωση της Ελλάδας. Μεταλλάσσεται σε ένα κόμμα που θέλει να έχει συμμετοχή στο πολιτικό σύστημα και όχι να πυροβολεί απ’ έξω. Προσπαθεί να ομοιάσει περισσότερο σε ένα κόμμα τύπου Σαλβίνι και Λε Πεν παρά σε μια Χρυσή Αυγή. Αυτό θα έχει βέβαια συνέπειες για το ΕΛΑΜ, αφού πλέον θα κρίνεται και θα αξιολογείται ως ένα «συστημικό» κόμμα, μέτοχος του πολιτικού παιχνιδιού και όχι ως ένα «αντισυστημικό» κόμμα, ελεύθερος σκοπευτής.
Συνάρτηση των πιο πάνω είναι και η πολιτική γεωγραφία του εκλογικού σώματος στην Κύπρο, το οποίο ήταν ανέκαθεν δεξιόστροφο και αυτή η τάση επιβεβαιώθηκε και ενισχύθηκε ελαφρώς. Με όλα τα προβλήματα που περιέχει η κατάταξη ορισμένων κομμάτων στον ιδεολογικό άξονα αριστεράς-δεξιάς, τα αποτελέσματα των εκλογών δείχνουν ότι η αθροιστική δύναμη της ευρύτερης κεντροαριστεράς (ΑΚΕΛ, ΕΔΕΚ, Οικολόγοι) μειώθηκε από το 36.66% το 2016 στο 33.47% το 2021. Αντίστοιχα, η ευρύτερη δύναμη της κεντροδεξιάς (ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ, ΔΗΠΑ, ΕΛΑΜ, Αλληλεγγύη, Πνοή Λαού) αυξήθηκε έστω και οριακά από το 55% το 2016 στο 55.3% το 2021. Αυτό δείχνει ότι αξίες όπως η ακυβερνησία και η αβεβαιότητα δεν ελκύουν ένα κατά βάση συντηρητικό ακροατήριο, κάτι που ίσως ενίσχυσε το μήνυμα του ΔΗΣΥ τις τελευταίες μέρες για ενδεχόμενο κοινοβουλευτικό χάος αν ψηφίζονταν και εκλέγονταν οι πολλοί μικροί εκλογικοί σχηματισμοί.
Οι βουλευτικές τέλειωσαν ζήτω οι προεδρικές
Το πραγματικό διακύβευμα των βουλευτικών εκλογών ήταν το ισοζύγιο δυνάμεων και η επόμενη μέρα με φόντο τις συνεργασίες για τις επόμενες προεδρικές. Ως προς αυτό, όμως, τα μηνύματα της κάλπης μάλλον θόλωσαν παρά βοήθησαν να ξεκαθαριστεί το τοπίο. Οι συνεργασίες που ήδη δοκιμάζονται για την εκλογή του προέδρου της Βουλής ενδεχομένως να αποκαλύψουν ένα υπό διαμόρφωση σκηνικό το οποίο όμως δεν σημαίνει ότι θα είναι ανθεκτικό αφού μεσολαβούν ακόμα 2 χρόνια μέχρι τις προεδρικές, ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στην πολιτική. Το σίγουρο είναι ότι έχουμε ήδη μπει σε προεκλογική εκστρατεία και πάλι. Για τις προεδρικές.
Μεγάλος νικητής είναι η αποχή
Η αποχή αποτέλεσε για μια ακόμη εκλογική διαδικασία στην Κύπρο τον μεγάλο νικητή. Σχήμα οξύμωρο βέβαια αλλά δεν παύει από το να αντικατοπτρίζει μια πραγματικότητα. Είναι ενδεικτικό ότι το 11% αποχής το 2006 απογειώθηκε στο 34.28% το 2021. Σε πραγματικούς αριθμούς, 191,228 συμπολίτες μας (34.28% του εκλογικού σώματος) επέλεξαν να μην συμμετάσχουν. Αν υπολογίσουμε και τις δεκάδες χιλιάδες που επέλεξαν να μην εγγραφούν στο εκλογικό κατάλογο, όλοι αντιλαμβάνονται ότι η έκταση του προβλήματος μεγεθύνεται. Μεγάλη μερίδα εξ’ αυτών, μάλιστα, έχει πλέον αδρανοποιηθεί πλήρως, έχει εξέλθει εντελώς από την πολιτική διαδικασία, αφού η αποχή τους είναι συστηματική και επαναλαμβανόμενη. Γι’ αυτή την μερίδα της κοινωνίας η ενασχόληση με την πολιτική ως κοινωνική διαδικασία δεν υφίσταται εδώ και χρόνια και δύσκολα θα επανέλθουν.
Σε αυτές τις εκλογές, μάλιστα, η αποχή αυξήθηκε, έστω και οριακά, και ενάντια στις προβλέψεις που την ήθελαν να σταθεροποιείται, ίσως και να μειωνόταν, σε σχέση με το αντίστοιχο ποσοστό του 2016. Αυξήθηκε ακόμα και σε αντίθεση με μια λογική υπόθεση εργασίας που διατυπωνόταν ότι ο μεγάλος αριθμός υποψηφίων (μεγαλύτερος από κάθε άλλη φορά) και πολιτικών σχηματισμών θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη κινητοποίηση και παρουσία στην κάλπη.
Ανεξάρτητα από την όποια ευθύνη του ίδιου του πολίτη για τη επιλογή του, η έστω και μικρή αύξηση της αποχής δεν παύει από το να περιέχει σημαντικά μηνύματα και για ολόκληρο το κομματικό σύστημα, κυρίως, διότι αυτή είναι σωρευτική και με σταθερή ανοδική πορεία εδώ και αρκετές εκλογικές διαδικασίες. Το μήνυμα προφανώς είναι αποδοκιμαστικό και τα αίτια πολλαπλά.
Η αποχή στην Κύπρο λοιπόν ήρθε για να μείνει. Είναι πλέον ένα δομικό και εγγενές χαρακτηριστικό των εκλογών και κάτι που οι δημοσκοπήσεις δύσκολα εντοπίζουν στο σωστό βαθμό και διάσταση. Τα πραγματικά ποσοστά των κομμάτων είναι μάλιστα πολύ χαμηλότερα αν αφαιρεθεί η αποχή .
Όλα αυτά συγκλίνουν στη συνεχόμενη απαξίωση του πολιτικού και κομματικού συστήματος, διευρύνουν την κρίση πολιτικής εκπροσώπησης και την οργή έναντι υφιστάμενων πρακτικών με κίνδυνο την περαιτέρω ενίσχυση φαινομένων που ήδη εμφανίστηκαν και στην Κύπρο, και που παίρνουν τον μανδύα λαϊκίστικων ή/και (καμουφλαρισμένων ιδεολογικά) ακροδεξιών σχημάτων.
Συνδεδεμένο με το πιο πάνω είναι και η στρέβλωση που προκλήθηκε στην πολιτική εκπροσώπηση λόγω του εκλογικού συστήματος, που προνοεί αυξημένο ποσοστό εισδοχής στη β’ κατανομή (3.6%), κάτι που στέρησε την εκπροσώπηση μιας σημαντικής κοινωνικής μερίδας. Ένα 14.59% του εκλογικού σώματος ψήφισαν κόμματα και υποψήφιους που έμειναν τελικά χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και αυτό επηρέασε την κατανομή των εδρών προς όφελος των μεγάλων και εν τη βουλή κομμάτων. Οι απώλειες θα ήταν πολύ μεγαλύτερες και σε έδρες αν το σύστημα ήταν η απλή αναλογική. Αυτό θέτει εξ’ αντικειμένου ζήτημα αντιπροσωπευτικότητας του συστήματος.
>>Η προσωποποίηση της πολιτικής διαδικασίας εντείνεται, τόσο από τα πολιτικά κόμματα όπου η έμφαση μεταφέρεται πλέον στους αρχηγούς και τους υποψήφιους έναντι των προγραμμάτων και των πολιτικών, όσο και από πλευράς ψηφοφόρων που εξ’ ατομικεύουν περαιτέρω την προσωπική τους στάση και επιλογή. Αυτό συνδέεται με ευρύτερες κοινωνικές εξελίξεις αλλά και πολιτικές. Η αποιδεολογικοποίηση και η αποπολιτικοποίηση είναι διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη εδώ και πέραν των τριών δεκαετιών πλέον σε έντονους ρυθμούς. Τα κόμματα ως πολιτικοί οργανισμοί έχουν απαξιωθεί τόσο πολύ που επιλέγουν και τα ίδια πολλές φορές ως κομιστές των μηνυμάτων τους πρόσωπα ευελπιστώντας σε αλλαγή εικόνας. Οι νέες τεχνολογίες, τα ελαστικά και εξοντωτικά ωράρια εργασίας και σειρά άλλων παραμέτρων, οδηγούν σε περαιτέρω απομόνωση του πολίτη, σε μεγαλύτερη ατομικότητα στην κοινωνική δράση και εν τέλει σε αποσυλλογικοποίηση.
>>Η εξ’ ατομίκευση της πολιτικής συμπεριφοράς αυξάνεται. Οι συλλογικές στάσεις υποχωρούν έναντι πιο ατομικών προσεγγίσεων.
>>Η οργανωτική διάσταση εξακολουθεί να διατηρεί τη σημασία της στις εκλογικές μάχες παρά την υποχώρηση που σίγουρα παρατηρείται στην δυναμική του παράγοντα αυτού. Αυτό αποδεικνύει το παράδειγμα των Οικολόγων που ήδη αναφέρθηκε και η περίπτωση της Αλλαγής Γενιάς της κ. Θεολόγου. Πολιτικοί σχηματισμοί που φάνηκε να μπορούν να κάνουν την έκπληξη και που δεν άντεξαν τελικά στην πίεση λόγω του αδύναμου (Οικολόγοι) ή και ανύπαρκτου ίσως (Αλλαγή Γενιάς) οργανωτικού τους μηχανισμού. Χωρίς να υπαινίσσομαι ότι ήταν ο μοναδικός ή ο βασικός λόγος αυτός.
>>Η μείωση της γυναικείας συμμετοχής είναι η τελευταία παρατήρηση. Η γυναικεία παρουσία στην κυπριακή βουλή, ανέκαθεν ισχνή, μειώθηκε περαιτέρω σε αυτές τις εκλογές. Από τις 13 (23.2%) γυναίκες μέλη στο προηγούμενο κοινοβούλιο έχουμε σήμερα μόνο 8 (14.3%) κάτι που κατατάσσει την Κύπρο στις τελευταίες χώρες στην εκπροσώπηση γυναικών στα κοινοβούλια των ευρωπαϊκών χωρών. Θεωρώ πως μιλά αφ’ εαυτού.
*Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας