Έναυσμα για τη συγγραφή του παρόντος άρθρου έδωσε η σχετικά πρόσφατη έκδοση της απόφασης AFFAIRE VILELA v. PORTUGAL του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), σε συνδυασμό με το τεράστιο πρόβλημα της καθυστέρησης απονομής της δικαιοσύνης στον τόπο μας.
Στην προσφυγή τους οι προσφεύγοντες, Πορτογάλοι υπήκοοι, ισχυρίστηκαν ότι η μόνιμη αναπηρία του γιου τους προήλθε από λανθασμένους ιατρικούς χειρισμούς στη μητέρα του, κατά τη διάρκεια του τοκετού. Καταχωρήθηκε αγωγή στα διοικητικά δικαστήρια για ιατρική αμέλεια του νοσοκομείου, διεκδικώντας αποζημίωση χωρίς επιτυχία και οι δικαστικές διαδικασίες διήρκεσαν περισσότερο από 10 χρόνια.
Οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν, μεταξύ άλλων, για παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, του δικαιώματος δίκαιης δίκης και του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, που προστατεύονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της περιουσίας) της Σύμβασης.
Το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, κατέληξε να αναφέρει ότι το δικαίωμα στην υγεία δεν προβλέπεται αυτόνομο στη Σύμβαση, όμως σε περίπτωση ιατρικής αμέλειας, συνάγεται από το άρθρο 8 ότι τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν να θεσπίζουν ένα αποτελεσματικό ρυθμιστικό πλαίσιο για την προστασία της ζωής των ασθενών.
Το ΕΔΔΑ, επί της ουσίας, διαπίστωσε ότι, βάσει της μαρτυρίας που κατατέθηκε, δεν αποδείχθηκε η ισχυρισθείσα ιατρική αμέλεια κατά τη διάρκεια του τοκετού και αποκλείστηκε οποιαδήποτε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πλημμελούς φροντίδας και των τραυματισμών που παρουσιάστηκαν στο νεογνό. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8, βάσει της ουσιαστικής του πτυχής. Ωστόσο, όσον αφορά ση δικαστική διαδικασία των εθνικών δικαστηρίων, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι παρατηρήθηκαν σοβαρές καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση της υπόθεσης αφού διήρκεσε πέραν των 10 ετών, παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για μια πολύ σοβαρή υπόθεση ιατρικής αμέλειας που οδήγησε σε μόνιμη αναπηρία ενός νεογνού και κατέληξε να επιδικάσει αποζημιώσεις.
Τέθηκε το ερώτημα εάν, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, το κράτος μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, βάσει της Σύμβασης και το Δικαστήριο ήταν σαφές, ότι υπήρξαν καθυστερήσεις στη διεκπεραίωσή της αφού δεν παρείχε πειστικές και εύλογες εξηγήσεις για τις καθυστερήσεις και η διοικητική διαδικασία ήταν πλημμελής, μη δίδοντας επαρκή απάντηση, ως η υποχρέωση που επιβάλλεται στα κράτη, βάσει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε τις θετικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Σύμβαση, δηλαδή τη θέσπιση κανονισμών που υποχρεώνουν τα νοσοκομεία να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της σωματικής ακεραιότητας των ασθενών τους και, από την άλλη, να θέσουν στη διάθεση των θυμάτων ιατρικής αμέλειας μια διαδικασία που να τους επιτρέπει να λάβουν αποζημίωση για τις σωματικές τους βλάβες. Δηλαδή, το κράτος έχει την υποχρέωση να δημιουργήσει ένα αποτελεσματικό και ανεξάρτητο δικαστικό σύστημα που θα καθιστά δυνατή τη διαπίστωση της αιτίας της αδικοπραξίας και τον καταλογισμό ευθυνών στο ιατρικό ή παραϊατρικό προσωπικό.
Στην Κύπρο δεν υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία που θα μπορούσε να ακολουθήσει το θύμα μιας ισχυριζόμενης ιατρικής αμέλειας. Οι καταγγελίες στο πειθαρχικό συμβούλιο των ιατρών, οι οποίες παλαιότερα κατετίθεντο ενώπιόν του, σωρηδόν, δεν εξετάζονταν εμπεριστατωμένα ή εξετάζονταν επιδερμικά και οι περισσότερες απορρίπτονταν. Τα νοσοκομεία, ιδιωτικά και δημόσια, δεν έχουν συγκεκριμένες και προκαθορισμένες διαδικασίες, τις οποίες θα μπορούσαν να ακολουθήσουν όλοι όσοι θεωρούν πως έχουν δικαίωμα αποζημίωσης, συνεπεία ιατρικής αμέλειας, και μαζί με τους ιατρούς περιχαρακώνονται σε μια άρνηση ακόμη και μιας απλής αποδοχής για συζήτηση για εξεύρεση ενός εξώδικου συμβιβασμού, με αποτέλεσμα όλες οι υποθέσεις, αναπόφευκτα, να οδηγούνται στα Δικαστήρια.
Δυστυχώς, όπως και η απόφαση που αναλύεται ανωτέρω, τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν εκδικάζουν, τελεσίδικα, υποθέσεις ιατρικής αμέλειας πριν από την πάροδο δεκαετίας και γίνεται αντιληπτό ότι η παραβίαση της Σύμβασης είναι διαρκής και συνεχόμενη. Απλά, η άγνοια των πολιτών για τη συνεχή και συστηματική παραβίαση στοιχειωδών δικαιωμάτων τους δεν εκθέτει, στον βαθμό που πραγματικά της αναλογεί, την Κύπρο, στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια.
Με την εκλογή της νέας Βουλής, ευελπιστώ ότι θα δοθεί προτεραιότητα στην κατάθεση και την έγκριση των νομοσχεδίων για τη μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης, παρά το γεγονός ότι, δύσκολα, κατά την ταπεινή μου άποψη, ο εν λόγω σχεδιασμός θα συντομεύσει τον απελπιστικά μεγάλο χρόνο εκδίκασης μιας υπόθεσης μέχρι και τον δεύτερο βαθμό.
Εάν κάποιος προσθέσει στα πιο πάνω και το θέμα της ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης, η οποία φαίνεται να χάθηκε στη γραφειοκρατία και την ατολμία όσων ανέλαβαν να τη σχεδιάσουν και να την εφαρμόσουν, η Άνοιξη στα Κυπριακά Δικαστήρια και η συνεπακόλουθη οικονομική ανάπτυξη δύσκολα φαίνεται ότι θα φθάσουν στην Κύπρο.
*Δικηγόρος/συνεταίρος – Δικαστηριακό Τμήμα ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ
www.neo.law