H αναδίφηση εκ μέρους της κοινωνίας αποτελεί βασικό της μειονέκτημα με εξαίρεση ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό της.

Το υψηλό φρόνημα αυτού που εννοούμε την αναγνώριση και αποκωδικοποίηση του μηνύματος , μέσα από μία αντίστροφη διαδικασία. Αίφνης, παρατηρείται το φαινόμενο της αλληλεπίδρασης . Η ψευδαλληλεπίδραση εντός της κοινωνίας και απέναντι αυτή της ασύμμετρης πλευράς. Δίνουμε περισσότερο ”βάρος” στον νόμο της εγγύτητας, αγνοώντας( ; ) τον νόμο της συμμετρικής περιεκτηκότητας. Το τελικό αποτέλεσμα εν τέλει απάδει της προσωπικής γνώμης και μαζί με αυτό συνάδει με τον πλέον φανερό εκχυδαϊσμό της εποχής.

Κράτος δικαίου σημαίνει ότι κυριαρχεί ο νόμος και όχι ο άνθρωπος. Δηλαδή κράτος δικαίου έχουμε όταν η ερμηνευτική απόδοση των νόμων δεν επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια των δικαστών και περεταίρω  η εφαρμογή των νόμων δεν επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (εκτελεστικής εξουσίας) αλλά έχει ως βάση τους σαφείς και καθορισμένους από πριν νομικούς κανόνες. Αμφότεροι επομένως, κράτος δικαίου και κοινωνία λειτουργούν με κεντρικό άξονα την ομαλή λειτουργία των νομοθετικών κανόνων και θεσμικών ρόλων. και παράλληλα η προστασία τους.

«Η διοίκηση μιας κυβέρνησης, καθώς και μιας κηδεμονίας, πρέπει να αποβλέπει στο καλό αυτού που κηδεμονεύεται και όχι στο καλό του κηδεμόνα». Μάρκος Τύλλιος Κικέρων.

Η αναδίφηση της ύπαρξης της δικαιοσύνης καθορίζεται ως χρέος μας καθώς κλονίζεται η παρουσία της εμπιστευτικότητας στην εξουσία. Διαφορετική αντίληψη και ερμηνεία φέρει ως αποτέλεσμα την κυοφορία καταστροφικών και άδικων ετυμηγοριών. Σύμφωνα με τον Καντ η ηθική πράξη είναι μια πράξη που πηγάζει από μια αίσθηση του καθήκοντος και όχι από προδιάθεση ή το συναίσθημα ή από την πιθανότητα κάποιου κέρδους για το άτομο που πράττει ηθικά. Ο Αριστοτέλης, στα Ηθικά Νικομάχεια, η ψυχή του ανθρώπου χωρίζεται στο λόγο και στο άλογο μέρος.

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί η Θέμιδα έχει κλειστά τα μάτια; Μια ευθυτενής παρουσία, κρατώντας στο δεξί της χέρι έναν ζυγό ακριβείας και έχοντας σφιχτά δεμένα τα μάτια. Ένας ζυγός που καλείται να είναι ακριβοδίκαιος στην εκδικασμένη χωρίς τον οποιονδήποτε εξωτερικό επηρεασμό είτε προέρχεται από τον κατηγορούμενο, τους μάρτυρες ή από άλλο παράγοντα.

Τελικά πόσο δίκαιο είναι το δίκαιο; Το αίσθημα δικαίου γίνεται ολοένα και πιο αισθητό, περισσότερο δυνατό και όβριμο. Ίσως γιατί ένας απηυδισμένος λαός που πνίγεται στα σκάνδαλα και στην όψη της αδικίας γίνεται σαν μια γροθιά ενάντια στο κατεστημένο και στην αμφισβήτηση ‘’δικαικών’’ αποφάσεων. Ναι, η προσβολή της νοημοσύνης, η ειρωνεία των καιρών, ο ερεμνός τρόπος απονομής δικαιοσύνης μπορεί να προκαλέσει ολόκληρο κύμα διαμαρτυρίας, το αίσθημα του δικαίου να αλλάξει μορφή και χέρια προς αναζήτηση του αίτιου και του αιτιατού. Ποια όμως είναι η μορφή της αίσθησης του δικαίου; Η μορφή ποικίλει όπως οντολογική, ηθική, συμβολική, πραγματική, ρεαλιστική, σε ένα πλαίσιο κοινωνικό, πολιτισμικό. Το κοινό αίσθημα περί δικαίου ή άλλως φυσικό δίκαιο είναι το αποκαλούμενο «αιώνιο δίκαιο» στηριζόμενο σε διαχρονικές ανθρώπινες αξίες και ιδανικά όπως η δικαιοσύνη και η ηθική.

Επομένως, ποιο είναι το ζητούμενο; Το επιθυμητό είναι η έκλειψη της αθιβολής ως προς ουσία της αδικίας, παράλληλα με την δικαστική ετυμηγορία μιας πράξης που νοείται ως άδικη. Αρκετές είναι οι φορές όμως που παρατηρείται η συνείδηση του άδικου στα νομικά πλαίσια ενάντια προς το φυσικό αίτιο της αδικίας με αναπόφευκτη σύγκρουση του νόμου με την ηθική μορφή του δικαίου. Ο Ισοκράτης έχει αναφέρει πως: ΄΄Ου γαρ τοις ψηφίσµασιν αλλά τοις ήθεσιν καλώς οικείσθαι τας πόλεις’’.( Οι πόλεις δεν διοικούνται σωστά με τους νόμους αλλά με την ηθική συμπεριφορά των πολιτών). Συμπερασματικά, έχει καταστεί σαφές ότι η συνείδηση του αδίκου κρίνεται και προσδιορίζεται όχι μόνο από το νομικό πλαίσιο αλλά κυρίως στο ήθος του χαρακτήρος ως νοήμων λειτουργία.

Η κοινή αντίληψη του δικαίου σαφώς και θα πρέπει να διαχωρίζεται από την έννοια της φυσικής δικαιοσύνης και από την υποκειμενική κρίση. Διερωτώμαι όμως κατά πόσο κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποτελεί μία διασφάλιση της ηθικής του νόμου ή μία κατά τρόπον αποταγή της ποιότητας της ευθυκρισίας και το αντίθετο που θα οδηγούσε σε μία αυστηρή ερμηνείας της νομοθεσίας, όπως ακριβώς διέπεται μέσο του θετικισμού του Αύγουστου Κοντ. Ο τρόπος λειτουργίας σε ένα καθόλα αυστηρό σύστημα είναι sine qua non (Εκ των ων ουκ άνευ).

Από μια άλλη ματιά, τα δικαστήρια ακολουθούν τη συμβουλή από το αίσθημα του δικαίου, ωστόσο θα παρατηρήσουμε ότι η συμμόρφωση σε αυτό δεν αποτελεί πάντοτε απαράβατο κανόνα. Το πνεύμα κατευνασμού που διέπει τη νομοθεσία σε αρκετές περιπτώσεις έρχεται σε συγχρωτισμό με αυτό, σε αντίθεση από μία αυστηρή ερμηνεία του νόμου. Ως βάση της δικαστικής κρίσης ορίζεται πρωτίστως το κρατικό δίκαιο και ουχί ο προσδιορισμός της δικαιοσύνης μέσω της φιλοσοφίας και της θρησκείας.

Τι είναι όμως το Δίκαιο και πως αυτό ορίζεται; Είναι η εμπέδωση μιας ιδέας που εκφέρει την ηθική, είναι κανόνες και αρχές ιεραρχημένες, είναι ο συνδιασμός του φυσικού και θετικού δικαίου, τουτέστιν της θετικότητας και της θεμελίωσης του σε ηθικοπολιτικές αρχές της δικαιοσύνης. Οι διαστάσεις και οι έννοιες μεταξύ της δικαιοσύνης και του νοήματος περί δικαίου ποικίλουν και διαφοροποιούνται: οντολογική, ηθική, συμβολική, πραγματική, ρεαλιστική… Όλες όμως προσαρμοσμένες στα εκάστοτε κοινωνικά, πολιτισμικά και αξιακά πλαίσια.

Η κοινή αντίληψη γύρω από το θέμα του δικαίου και του άδικου, φιλτράρεται εντός της ‘’αμαγαλμάτωσης’’ της επίγνωσης.  Επομένως, λειτουργεί με την θεωρητική γνώση αλλά και με την ηθική πράξη όπου η μία αποτελεί εξαρτώμενο μέρος της άλλης. Μαζί, ένα και το αυτό, αποτελούν τον πυλώνα του πνευματικού μας γίγνεσθαι, όπου διαμορφώνεται η κοινή αντίληψη για το θέμα του δικαίου.

 ‘’Όπως το έδαφος, όσο και αν είναι γόνιμο, αδυνατεί να παράγει κάτι δίχως καλλιέργεια, έτσι και ο νους του ανθρώπου: δίχως την εκπαίδευση αδυνατεί να δώσει τους αναμενόμενους καρπούς’’ δίδασκε ο Πλούταρχος,

Συνεπώς, αν το αίσθημα το δικαίου αποτελεί το εκτεταμένο πεδίο στο περιθώριο της καθαυτό συνείδησης, τότε η ηθική βιοτεύει μέσω της μνήμης, των συναισθημάτων και της ψυχικής θοίνης της ζωής. Ως ακολούθως, η ευβουλία μιας πράξης εναπόκειται στον ενδότερο σκεπτικό του ιδεώδες για την θέμηση και το φερέσβιο τρόπο των πράξεων. Η ηθική είναι το διανόημα της δικαιοσύνης και η αλήθεια αποτελεί το κατάβρωμα προς την εδραίωση της. Επομένως, ο πολιτικαντισμός διαπρέπει με τις αξίες εκείνες που πρεσβεύουν την ανθρώπινη βούληση και την ουσία του πνευματικού ιδεώδες.