Με αφορμή τον απόηχο των πρόσφατων βουλευτικών εκλογών, με την αυξημένη αποχή, τα διογκούμενα μικροπολιτικά παίγνια και τη γενικότερη αποδοκιμασία εκ μέρους των πολιτών, ενδεχομένως να ήταν επίκαιρη η ανασκόπηση σχετικής έρευνας. Συγκεκριμένα, η εν λόγω ποσοτική έρευνα, η οποία έχει διεξαχθεί στο πλαίσιο ενός ευρύτερου ερευνητικού προγράμματος, επιχειρεί την αξιολόγηση της επίδρασης της προεκλογικής επικοινωνίας στη διαμόρφωση της εκλογικής κουλτούρας.
Περαιτέρω, η έρευνα αφορά, μεταξύ άλλων, τον ρόλο τον οποίο διαδραματίζουν οι βασικοί πολιτικοί θεσμοί, τόσο στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας των κομμάτων, όσο και στην καλλιέργεια των εκλογικών αντιλήψεων των ψηφοφόρων. Πιο συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά στους ακόλουθους 11 βασικούς θεσμούς, οι οποίοι θεωρούνται θεμελιώδεις στην κυπριακή πολιτική σκηνή: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η Κυβέρνηση, η Βουλή, τα πολιτικά κόμματα, η Δημόσια Υπηρεσία, οι τράπεζες, το Δκαστικό Σώμα, ο Γενικός Εισαγγελέας, ο Γενικός Ελεγκτής, η Ευρωπαϊκή Ένωση γενικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ειδικότερα.
Επιπλέον, εξετάζεται το πρόσημο με το οποίο αντιλαμβάνονται τους συγκεκριμένους θεσμούς οι ερωτηθέντες. Σύμφωνα λοιπόν με τα αποτελέσματα, οι διάφοροι θεσμοί παρουσιάζουν μια ποικιλομορφία στατιστικών εικόνων. Οι τράπεζες, με μέση τιμή 1,92 στην πενταψήφια κλίμακα Linkert (1: πολύ αρνητικό, 5: πολύ θετικό) και τα πολιτικά κόμματα με μέση τιμή 1,91 παρουσιάζονται να κατευθύνουν την αρνητική αντίληψη των ψηφοφόρων, με ποσοστό 46,3% και 45,1% των ερωτηθέντων, να έχει δώσει ως απάντηση 1 (πολύ αρνητικό) αντίστοιχα, γεγονός το οποίο αντικατοπτρίζει την αντίληψη ότι αυτά τα δύο θεσμικά όργανα, θεωρούνται κατ’ εξοχήν υπεύθυνα για την οικονομική κρίση και τη διαφθορά, συμβάντα των προηγουμένων ετών.
Πιο συγκεκριμένα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, και η Κυβέρνηση με μέσες τιμές 2,94 και 3,75 στην πενταψήφια κλίμακα αντίστοιχα, επιδεικνύουν ένα στατιστικό γράφημα, με την κορυφή του να βρίσκεται στο 3 (Μέτρια). Κατά τρόπο μάλλον αρνητικότερο από τους δύο προηγούμενους θεσμούς, το Κοινοβούλιο με μέση τιμή 2,50, παρουσιάζει επίσης σχετικά παρόμοιο γράφημα.
Επιπροσθέτως, τα ευρήματα απεικονίζουν το θεσμικό πρόσημο, όπως το αντιλαμβάνονται τα δύο φύλα, με τις γυναίκες να παρουσιάζουν σημαντικά υψηλότερες και τους άνδρες χαμηλότερες μέσες τιμές σχεδόν σε κάθε ένα από αυτά τα όργανα, εκτός από τον Γενικό Ελεγκτή. Κατ’ ακολουθίαν, το συγκεκριμένο αποτέλεσμα θα μπορούσε να εξηγηθεί από το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος θεσμός, κατά τον ουσιώδη χρόνο της έρευνας, εκπροσωπείτο από μια προσωπικότητα με καθαρά ανεξάρτητο και αντισυστημικό προφίλ και επέκρινε σε πολλά σημεία την κεντρική διακυβέρνηση.
Εν κατακλείδι, τα αποτελέσματα της έρευνας καταδεικνύουν ότι οι πολιτικοί θεσμοί αποτελούν τους συντονιστές και τους καταλύτες των πολιτικών μας επιλογών. Επίσης, τα ευρήματα αντανακλούν τη γενικότερη αίσθηση των πολιτών ότι η εκπροσώπηση που αναμένεται να προέλθει από την εμπλοκή τους στην οποιαδήποτε εκλογική αναμέτρηση, θεωρείται περιορισμένη, ως αποτέλεσμα ενός ισχυρού, εσωστρεφούς και κακώς νοούμενου κατά την αντίληψη των πολιτών πολιτικού συστήματος. Κατ’ ακολουθίαν, το κομματικό κατεστημένο, όπως αντικατοπτρίζεται στα εν λόγω ευρήματα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο πιο σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας στη διαμόρφωση των αντιλήψεων των ψηφοφόρων και κατά συνέπεια στη διαβάθμιση της επίδρασης από την άσκηση του δικαιώματος ψήφου και εντέλει στη διαμόρφωση του ποσοστού συμμετοχής και αποχής στις εκλογικές αναμετρήσεις.
*Κοινωνικός επιστήμονας, ερευνητής.