Είναι πράγματι λυπηρό γιατί χρειάστηκαν 7 ολόκληρα χρόνια για να τερματιστεί μια έκδηλα παράνομη πράξη.  Διάβασα τις δηλώσεις που έγιναν από τον έγκριτο νομικό κ. Ανδρέα Αγγελίδη και όσον αφορά τα περί σκοπιμοτήτων στο διορισμό θα συμφωνήσω απόλυτα.  ΝΑΙ οι διορισμοί του Εφόρου και των Βοηθών Εφόρων ήταν προϊόν κομματικής συναλλαγής, με πρόδηλο στόχο τον έλεγχο του Τμήματος Φορολογίας, που αναντίλεκτα αποτελεί τον πνεύμονα της οικονομίας, αλλά και πηγή πλούτου.   ΝΑΙ πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό νομικό και πολιτικό ατόπημα.  Τεράστιες οι ευθύνες του τότε Υπουργού Οικονομικών, του τότε Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όπως και του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας.

Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου που προέβλεπε την ενοποίηση του ΤΕΠ με την Υπηρεσία ΦΠΑ και τη δημιουργία θέσης Εφόρου και Βοηθών Εφόρων Φορολογίας, μόνη διαφωνούσα ήταν η ΠΑΣΥΔΥ.  Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, που είχε προσκληθεί από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού και ήταν παρών περιορίστηκε στα θέματα που αφορούσαν στον έλεγχο του Τμήματος Φορολογίας.  Παρών ήταν και ο μ. Αλέκος Μαρκίδης, με την ιδιότητα του νομικού συμβούλου της ΠΑΣΥΔΥ, ο οποίος υποστήριξε πως ο νόμος ήταν αντισυνταγματικός διότι, όπως είπε, δεν μπορεί να διορίζει το Υπουργικό Συμβούλιο αξιωματούχο που να ασκεί διοικητικές εξουσίες και  πως η Βουλή που έδωσε όρκο τήρησης του συντάγματος πρέπει να σκεφθεί να ψηφίσει το νόμο αυτό.  Καταληκτικά έθεσε και το εξής ερώτημα: «Πού πάμε; Θα φτάσουμε το παράδειγμα της Ελλάδας όπου με την αλλαγή της Κυβέρνησης αλλάζουν και οι Γενικοί Γραμματείς των Υπουργείων;».

Και ενώ όλοι γνώριζαν ότι το νομοσχέδιο περιείχε διατάξεις που παραβίαζαν την αρχή της διάκρισης εξουσιών, αλλά και τα Άρθρα 122 – 125 του Συντάγματος, δεν δίστασαν να το ψηφίσουν σε νόμο. Έτσι στις  06.10 2014 ψηφίστηκε «Ο περί Τμήματος Φορολογίας Νόμος του 2014» (Νόμος 70(Ι)/2014), ο οποίος αποτέλεσε τη δικαιοδοτική βάση για την ενοποίηση του ΤΕΠ και της Υπηρεσίας ΦΠΑ και το διορισμό του Εφόρου και των Βοηθών Εφόρων Φορολογίας. 

Η πρόνοια του άρθρου   4(1)(α) για εξασφάλιση γραπτής συγκατάθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού πριν από το διορισμό, ήταν η ασφαλιστική δικλείδα για την τήρηση της κομματικής συναλλαγής όσον αφορά τα πρόσωπα που θα διορίζοντο.  Μεγάλος παίκτης αυτός που μοίρασε την τράπουλα.

Ακολούθως το Υπουργικό Συμβούλιο, με σεβασμό στην αρχή pacta sunt servanda, στη θέση του Εφόρου Φορολογίας  διόρισε τον Γιαννάκη Λαζάρου, από 11.10.2014 – 20.02.2016, και στη θέση του Εφόρου Φορολογίας  τον Γιαννάκη Τσαγκάρη, από  22.10.2014 – 21.10.2018, τον  Στέλιο Κουντούρη από 01.07.2015 – 30.06.2019 και την Αναστασία Κουκκίδου, από 06.07.2015 – 05.07.2019.   

Η αντίδραση της ΠΑΣΥΔΥ εκδηλώθηκε άμεσα με την κατάθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο  Αίτησης, με την οποία ζητήθηκε η άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση Αίτησης για έκδοση εντάλματος της φύσης QUO WARRANTO, για να κληθούν οι Γιαννάκης Λαζάρου και Ιωάννης Τσαγκάρη «να δείξουν λόγο υπό ποιαν νομική εξουσία διορίστηκαν στις θέσεις του Εφόρου  και Βοηθού Εφόρου Φορολογίας αντίστοιχα και/ή κατέχουν και/ή ασκούν τα καθήκοντα των εν λόγω θέσεων».  

Με υπό αναφορά Αίτηση απορρίφθηκε και ενάντια στην απόφαση αυτή καταχωρήθηκε έφεση.  Το Εφετείο με απόφαση του ημερ. 25.01.2016, παρόλο ότι δέχτηκε ότι  το συγκεκριμένο προνομιακό ένταλμα εμπίπτει στη διακριτική του ευχέρεια, απέρριψε την έφεση με την αιτιολογία ότι οι κάτοχοι των επίδικων θέσεων έλκουν την εξουσία τους από το Νόμο και οι Νόμοι τεκμαίρονται ως συνταγματικοί εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας».

Τα ΜΜΕ δέχτηκαν με ικανοποίηση την κατάληξη του αιτήματος της ΠΑΣΥΔΥ, με δημοσιεύματα όπως «Πόρτα στην ΠΑΣΥΔΥ για Έφορο Φορολογίας».  

Η απαξίωση των αρχών του κράτους δικαίου και η κοροϊδία της κοινωνίας συνεχίστηκε με την τροποποίηση του Νόμου 70(Ι)/2014 με το Νόμο 27(Ι)/2016, ώστε αντί «συγκατάθεσης» της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών να προβλέπεται «ενημέρωση».  Ειδικότερα όπως αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό της υπό αναφορά Επιτροπής, η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας πληροφόρησε την Επιτροπή ότι κατά την εξέταση προσφυγών που είχαν καταχωριστεί από δεκάδες εταιρείες μεταξύ 2014 και 2016, με τις οποίες αμφισβητείτο η νομιμότητα φορολογιών που εξέδωσε ο Έφορος Φορολογίας, έγινε αντιληπτό (!!!)   ότι η ισχύουσα διάταξη για τη «συγκατάθεση» συγκρούεται πρόδηλα με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.  Πιο συγκεκριμένα το 2014 και 2016 είχαν καταχωρηθεί δεκάδες προσφυγές από  Εταιρείες που αμφισβήτησαν τη νομιμότητα φορολογικών αποφάσεων του Εφόρου Φορολογίας, επειδή προέρχοντο από πρόσωπο που είχε διοριστεί, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών.

Ακολούθως, λίγες μέρες μετά  τη ψήφιση του τροποποιητικού νόμου, το Υπουργικό Συμβούλιο με σεβασμό προς τις κομματικές συνεννοήσεις διόρισε τον Γιάννη Τσαγκάρη στη θέση Εφόρου Φορολογίας και τους Στέλιο Κουντούρη, Σωτήρη Μαρκίδη και Αναστασία Ακκίδου, ως  Βοηθούς Εφόρους. 

Η νομιμότητα του διορισμού του Εφόρου Φορολογίας και των Βοηθών  Φορολογίας αμφισβητήθηκε με 8 προσφυγές που είχαν καταχωρηθεί το 2016, με βασικό λόγο ακυρότητας αυτό που ήταν ήδη νομολογιακά  παγιωμένο, ότι αποκλειστική αρμοδιότητα για τον διορισμό, μονιμοποίηση, προαγωγή, μετάθεση, συνταξιοδότηση αλλά και την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας επί των δημοσίων υπαλλήλων έχει η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας.  Τα όσα αναφέρονται ανωτέρω εξηγούν και τους λόγους που η Νομική Υπηρεσία αποφάσισε να προχωρήσει στην εκδίκαση των υποθέσεων αυτών.   

Οι ακυρωτικές αποφάσεις που εκδόθηκαν αναφορικά με φορολογίες που διενεργήθηκαν από τον Γιαννάκη Λαζάρου και τον Γιαννάκη Τσαγκάρη, προκαθορίζουν το αποτέλεσμα και όσων παρόμοιων υποθέσεων  εκκρεμούν ή θα οδηγηθούν στο Δικαστήριο και αφήνoυν εκτεθειμένους όσους συνέπραξαν στην υλοποίηση των κομματικών σχεδιασμών για έλεγχο του Τμήματος Φορολογίας, παραγνωρίζοντας τις συνέπειες επί των κρατικών εσόδων.