Μια φορά και έναn καιρό λίγα μόνο χρόνια μετά την προσφυγιά το 1974, μέσα σ’ ένα γήπεδο χωμάτινο της Λευκωσίας, το ιστορικό ΓΣΠ, γνώρισα έναn άνδρα που φορούσε καπαρντίνα και κρατούσε πίπα στο χέρι. Οι ποδοσφαιρικές ομάδες που αγωνίζονταν φιλικά ήταν ο Ορφέας Λευκωσίας καi μια άλλη ομάδα που δεν τη θυμάμαι. Λιγοστοί οι φίλαθλοι, μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού. Ο άντρας αυτός στεκόταν πιο κάτω από εμένα και μερικές φορές περπατούσε οριζόντια καπνίζοντας την πίπα του. Πήγα στο παιγνίδι αναζητώντας τότε ποδοσφαιριστές για τη Νέα Σαλαμίνα.
Σε κάποια στιγμή ανέβηκε προς το μέρος μου, αυτός με γνώριζε από την προπονητική μου ενασχόληση και για να είμαι ειλικρινής εγώ δεν τον γνώριζα. Συστηθήκαμε και οι δύο ταπεινά και η συζήτηση ακολούθησε για τις ποδοσφαιρικές ομάδες του Ορφέα και της Νέας Σαλαμίνας. Με ρωτούσε για τους παίκτες του Ορφέα, εκφράζοντας παράλληλα και τις δικές του σημαντικές ποδοσφαιρικές επισημάνσεις. Έδειξε και την εκτίμηση και σεβασμό του για την προσφυγοποιημένη ομάδα της Νέας Σαλαμίνας, μιλώντας για τα δεινά της προσφυγιάς, της φτώχειας και της μιζέριας.
Ρωτούσε πολλά στοιχεία για τη Νέα Σαλαμίνα, την οποία όπως μου εκμυστηρεύτηκε συμπαθούσε και πριν το 1974, ότι είχε καλούς ποδοσφαιριστές, «πολύ καλά κορμιά», όπως μου είπε και μου παρέθετε τα ονόματά τους. Ο άντρας αυτός μου έκανε εντύπωση ότι κατείχε το ποδόσφαιρο, είχε γνώσεις, παρακολουθούσε τι γίνεται ποδοσφαιρικά, αλλά ο τρόπος που τα έλεγε, τα αναδείκνυε και τα αξιολογούσε, ήταν διαφορετικός από τους άλλους φιλάθλους. Ήταν ένας τρόπος φιλοσοφικός, ένας τρόπος πνευματικός, ένας τρόπος παιδαγωγικός με κοινωνικά κριτήρια.
Η μαγευτική τυχαία αυτή πρώτη συνάντηση με τον άγνωστο άντρα, ήταν σημαντική και για την ίδια τη ζωή μου. Ήταν η απαρχή μιας ξεχωριστής διαδρομής με έναν άνδρα, ο οποίος με τίμησε με τη φιλία, τις γνώσεις του και την ανθρωπιά του. Αυτός ο υπέροχος, μοναδικός, αξέχαστος, ταπεινός και ευπροσήγορος άνδρας, ο ποδοσφαιρόφιλος, ήταν ο ποιητής Μιχάλης Πασιαρδής.
Κτίσαμε μια πραγματική φιλία, με ατέρμονες ώρες συζητήσεων και αναζητήσεων, ποδοσφαιρικών, κοινωνικών, πνευματικών, φιλοσοφικών. Τόπος αγαπημένος του Μιχάλη Πασιαρδή, το οίκημα του Ορφέα Λευκωσίας στη γραμμή αντιπαράταξης. Ένας χώρος ο οποίος τον ενέπνεε, ένας χώρος από τον οποίο αγνάντευε τα σκλαβωμένα εδάφη μας, τον Πενταδάκτυλο…
Είχαμε μαγικές και αξέχαστες βραδιές στον Ορφέα, δίπλα στο τζάκι τον χειμώνα με τη ζιβανία πολλές φορές περπατώντας στην περιοχή, με ξεναγούσε στους αγαπημένους του τόπους. Πάντοτε με ρωτούσε για τη Σαλαμίνα. Θυμάται την παλιά εποχή και θαύμαζε τον Αντρέα Φώκκη. «Φίλε» μου λέγει ο Μιχάλης μια μέρα, «ο Φώκκης ήταν μεγάλος παίκτης, με ωραίο κορμί. Όταν φορούσε τη φανέλα της Σαλαμίνας, αυτή η φανέλα έμοιαζε σαν την ποθκιά της Παναγίας». Μου έμεινε στο μυαλό μου και τη θυμάμαι ακόμα αυτή τη φράση, έμπνευση του Πασιαρδή.
Είχε τεράστια αγάπη για τον Ορφέα του, τον οποίο υπηρέτησε πιστά και για τον οποίο ανησυχούσε. «Κουμπάρε μου», έτσι με προσφωνούσε, «φοούμαι να μεν διαλυθεί ο Ορφέας, η ομάδα μας. Ανησυχώ……»
Εγώ φυσικά τον καθησύχαζα. Είχε πολλές απόψεις για το ποδόσφαιρο. Του άρεσαν οι φάσεις οι έξυπνες, οι όμορφοι ποιοτικοί συνδυασμοί και τα γκολ, ιδιαίτερα από σουτ. Οι αναλύσεις του Μιχάλη ήταν φιλοσοφικές και με βοηθούσαν πραγματικά και εμένα να αντικρύσω το ποδόσφαιρο με κάποια διαφορετική ματιά. Την πολιτιστική, φιλοσοφική και καλλιτεχνική του διάσταση.
Καθημερινά η σκέψη του, περιστρεφόταν γύρω από την πατρίδα του. Ανησυχούσε για την κατοχή και τη διχοτόμηση. «Κουμπάρε μου, περάσαμε από πολλούς κατακτητές. Επιβιώσαμε, διατηρήσαμε τη γλώσσα μας και ερχόταν η στιγμή της απελευθέρωσης». «Αυτή η περίπτωση με τους Τούρκους το 1974, είναι επικίνδυνη και την φοβάμαι ότι δεν είναι όπως τις άλλες κατακτήσεις.» «Γιατί κουμπάρε, ερωτώ». «Κοίταξε κουμπάρε, τώρα μας πήραν ένα κομμάτι μόνο. Δεν θα το ξαπολήσουν οι Τούρκοι» και συνέχισε «Ένα τραπεζομάντιλο σκεπάζει δύο τραπέζια. Όταν το σηκώσεις το τραπεζομάντιλο στο ένα τραπέζι θα σηκωστεί, στο άλλο δεν θα κινηθεί. Ποτέ πριν οι κατακτητές δεν σκλάβωσαν ένα κομμάτι του νησιού μας».
Δεν είναι και τυχαία η έμπνευση του Μιχάλη Πασιαρδή να γράψει το ποίημα – τραγούδι για το Πενταδάκτυλο.
Βουνό μου Πενταδάκτυλε
με το πλατύ σου χέρι,
πικρός βοριάς που φύσηξε
και το κακό έχει φέρει.
Ο Μιχάλης Πασιαρδής είχε σφαιρική και μοναδικά τεκμηριωμένη άποψη για όλα τα ζητήματα , κοινωνικά, πολιτικά, αθλητικά, πνευματικά. Ο φίλος μου Πασιαρδής ήταν άριστος γνώστης της ιστορίας του τόπου μας. Οι παραδόσεις του λαού μας μετέφεραν τον Μιχάλη Πασιαρδή στις ρίζες μας, τις οποίες ποτέ δεν ξέχασε, τουναντίον ζούσε μαζί τους, αντλώντας δύναμη, αισιοδοξία και έμπνευση. Καθημερινά κολυμπούσε μέσα στις ρίζες του, μελετούσε το παρόν και προέβλεπε το μέλλον.
Λάτρευε τον τόπο του, την Λευκωσία του , το Τσέρι και τις ρίζες του. Λάτρευε με όλα τα κακά της , την Κύπρο την οποία αποκαλούσε ήπειρο. Αγαπούσε με πάθος τα δέντρα, τα βουνά, τις θάλασσες, το χώμα, τις πέτρες , τους δρόμους της Κύπρου. Μου έλεγε ότι τα στοιχεία τούτα είναι καλύτερα από άλλες χώρες. Τι λατρεία για τον τόπο του. Τι δέσιμο με την πατρίδα του και την ιστορία της. Τι αγάπη για τους ανθρώπους της.
Δεν έχω συναντήσει στη ζωή μου τέτοιο άνθρωπο, πραγματικό πατριώτη, ταπεινό, απλό , ανιδιοτελή, με αγνή καθαρή φιλία και ανθρωπιά , με ήθος αλλά ταυτόχρονα με ένα διαπεραστικό γεμάτο μηνύματα βλέμμα του. Ο Μιχάλης Πασιαρδής ήταν ένας πλούσιος πνευματικά, ταλαντούχος ποιητικά, ευαίσθητος κοινωνικά , μοναδικός ποδοσφαιρικά.
Ως προπονητής ποδοσφαίρου θεωρώ ότι ο Μιχάλης Πασιαρδής τίμησε το ποδοσφαιρικό πολιτισμό και μέσα από τις τάξεις του Ορφέα Λευκωσίας, αλλά και γενικά ως φίλαθλος και όχι οπαδός. Ήταν ένας εραστής του ποδοσφαίρου, που θεωρούσε κοινωνικό αγαθό και κατάκτηση της κοινωνίας. Σε περιόδους πολύ δύσκολες για το Ποδόσφαιρο, με μεγάλη αμφισβήτηση και έντονες ανηθικότητες, ο Μιχάλης Πασιαρδής ποτέ δεν το αμφισβήτησε . Ήταν πάντοτε ένας διαπρύσιος κήρυκας της αλήθειας του ποδοσφαίρου και των μηνυμάτων του. Ήταν ένας πραγματικός διαφημιστής του ποδοσφαίρου και των Αξιών του.
Η ΚΟΠ, το ποδόσφαιρο της Κύπρου, οφείλει να τον τιμήσει μεταθανάτια και για την όλη φιλοσοφική του σκέψη και δράση για το ποδόσφαιρο. Σε άλλες χώρες οι πνευματικοί άνθρωποι του ποδοσφαίρου, τιμούνται και προβάλλονται, καθ’ ότι έτσι τιμάται το ίδιο το ποδόσφαιρο. Πολλοί λένε όταν υπάρξει μια ανθρώπινη απώλεια, ότι ουδείς είναι αναντικατάστατος. Θεωρώ όμως ότι στην περίπτωση του Μιχάλη Πασιαρδή δεν ισχύει αυτός ο ορισμός.
Ο Μιχάλης Πασιαρδής ήταν πραγματικά ένας πνευματικός γίγαντας , ένας οραματιστής, ένας άνθρωπος διαλεκτικός, ευαίσθητος και εμπνευσμένος. Χρησιμοποιούσε το λόγο, με μια μαγεία και τον γραπτό και τον προφορικό. Ήταν απλός και απέριττος και πάνω απ’ όλα κοινωνικός , παρά την μοναχικότητα του. Πολλές φορές όταν του επεσήμανα την απαισιοδοξία του, μου έλεγε «Κουμπάρε μου και η απαισιοδοξία μου είναι αισιόδοξη». Τι σπουδαία πνευματική απάντηση. Πριν χρόνια στο σωματείο του Ορφέα, ερωτώντας τον για την διαπλοκή και την διαφθορά στον τόπο μας, μου είπε «Κουμπάρε μου είμαστε στην κατάδυση ακόμα. Δεν βλέπω ανάδυση».
Και πράγματι είχε απόλυτο δίκαιο. Έχουμε μεγάλο δρόμο ακόμα να διανύσουμε. Οι απαντήσεις, οι σκέψεις, απόψεις, εισηγήσεις του Μιχάλη Πασιαρδή με εντυπωσίαζαν για την απλότητα, σαφήνεια και φιλοσοφικότητα τους. Το ύφος του προσώπου και των λόγων του, ηρεμούσε και το πιο άγριο θηρίο.
Ο Μιχάλης Πασιαρδής είναι ένα μεγάλο πνευματικό κεφάλαιο για τη Κύπρο και τον λαό της. Αφήνει μεγάλη κληρονομιά , αλλά και παραδείγματα προς μίμηση, το ήθος , την ακεραιότητα, την ανιδιοτέλεια, την ηρεμία, την απλότητα, την γνησιότητα, την ειλικρίνεια την απέραντη ανθρωπιά του. Ο Μιχάλης Πασιαρδής ήταν ένας προικισμένος , μέγιστος ποιητής και διανοούμενος, όμως ποτέ του δεν αποξενώθηκε από την κοινωνία και τα προβλήματα της. Συνδύαζε ποιοτικά τις αρετές και την πνευματικότητα ενός μεγάλου ποιητή με τις κοινωνικές και ανθρώπινες ανάγκες του τόπου του. Πήγαμε μαζί με τον Μιχάλη Χ’ Πιερή και τον Ανδρέα Στεφάνου, στο Τσέρι για να αποχαιρετήσουμε τον σπάνιο και πιστό φίλο Μιχάλη Πασιαρδή στην τελευταία του κατοικία, εκεί στο χωριό, επιστρέφοντας στις ρίζες του. Ένοιωθα ότι τον κρατούσα από το χέρι, τον έβλεπα , του μιλούσα. Στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής είπα στον Μιχάλη Χ’ Πιερή. «Έφυγε ο φίλος μας » και αυτός μου απάντησε «Τέτοιοι άνθρωποι δεν φεύγουν ποτέ φίλε πάντα είναι μαζί μας. Κοίταξε μου λέει. «Ο Πασιαρδής διάλεξε και την ημέρα να φύγει. Πρώτη του Μάη και ανήμερα του Πάσχα, της Ανάστασης.»
Καλό ταξίδι αγαπημένε και αξέχαστε μου φίλε Μιχάλη Πασιαρδή.
*Προπονητής ποδοσφαίρου.