Κάθε προσπάθεια ανακοπής των τουρκικών επεκτατικών σχεδιασμών, θα προσκρούσει στις αδυσώπητες πραγματικότητες που δημιούργησε η τουρκική εισβολή και που έχουν, τώρα, παγιωθεί. Όση καλή θέληση και αν διαθέτει κάποιος, μόνο αν αρέσκεται να ζει στον κόσμο των ψευδαισθήσεων θα κλείσει τα μάτια σ’ αυτές τις αδυσώπητες πραγματικότητες.
Όμως, έχω την άποψη ότι διαθέτουμε στη φαρέτρα μας ισχυρά όπλα για ανάσχεση των τουρκικών επεκτατικών σχεδιασμών, αρκεί να τα αξιοποιήσουμε σωστά και μεθοδευμένα.
Πρώτιστα, είναι η αξιοποίηση της ιδιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στα σχέδια της Τουρκίας για κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας δημιουργήθηκε ένα τεράστιο εμπόδιο όταν η Κυπριακή Δημοκρατίας, με ολόκληρη την εδαφική της επικράτεια, είχε γίνει πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δυστυχώς, μετά από αυτή την ιστορικής σημασίας εξέλιξη, δεν υπήρξε οποιοσδήποτε σοβαρός στρατηγικός σχεδιασμός. Συνεχίστηκε ο εγκλωβισμός της ελληνικής πλευράς σε ένα καταστροφικό διάλογο, για να επαληθεύσει το κυνικό και πικρόχολο σχόλιο του λόρδου Χάνεϊ μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν: «Οι Ελληνοκύπριοι δεν πρέπει να δραπετεύσουν από το σχέδιο Ανάν και δεν θα δραπετεύσουν».
Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να γίνεται ανεκτή οποιαδήποτε προσπάθεια, από οποιονδήποτε, υποβάθμισης του κύρους και της υπόστασης τής Κυπριακής Δημοκρατίας. Αναφέρθηκα στο προηγούμενο άρθρό μου για τις κατά καιρούς ενέργειες της Γενικής Γραμματείας και των γραφειοκρατών του ΟΗΕ. Αποτελεί παιδαριώδη αφέλεια να θεωρούμε ότι την ευθύνη φέρει η κα Σπέχαρ.
Είναι καιρός να απαλλαγούμε από το φοβικό σύνδρομο που μας αποτρέπει να τα βάλουμε με τα ατοπήματα των γραφειοκρατών του ΟΗΕ, για να μην έρθουμε αντιμέτωποι με τον «διεθνή παράγοντα». Για τούτο, χαιρετίζω την αντίδραση του Προέδρου της Δημοκρατίας στις διάφορες πρόσφατες συμπεριφορές της εν λόγω κυρίας να εξισώνει τη νόμιμη κυβέρνηση του κράτους, μέλους του ΟΗΕ και της ΕΕ με το παράνομο κατοχικό καθεστώς. Αναμένω πιο έντονη αντίδραση. Θα πρέπει ευθαρσώς και σε κάθε περίπτωση να υποδεικνύεται στον Γενικό Γραμματέα και τους υποτελείς του, καθώς και σε όποιο επιβουλεύεται την κρατική υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι η «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» («ΤΔΒΚ»), που ανακηρύχθηκε στις 15/11/1983 είναι ένα παράνομο καθεστώς και ότι στην Κύπρο μόνο ένα κράτος υπάρχει, η Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό το καθεστώς της «ΤΔΒΚ», δεν έχει τα στοιχειώδη συστατικά ενός κράτους, σύμφωνα με τις διεθνώς παραδεδειγμένες αρχές του διεθνούς δικαίου. Είναι γέννημα και θρέμμα της τουρκικής εισβολής του 1974. Στηρίζεται στα στρατεύματα κατοχής. Θα πρέπει να τους υπενθυμίζεται ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών με τα Ψηφίσματά του Αρ. 541 της 15/11/1983 και 550 της 11/5/1984 καταδίκασε την πιο πάνω ενέργεια των Τουρκοκυπρίων, που διαπράχθηκε καθ’ υπαγόρευση της Τουρκίας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) στην απόφασή του ημερομηνίας 18/12/1996, στην υπόθεση Τιτίνας Λοϊζίδου Vs Τουρκίας τόνισε, κατά τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, ότι «η διεθνής κοινότητα δεν θεωρεί την Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου ως Κράτος δυνάμει του διεθνούς δικαίου και η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει η μόνη νόμιμη Κυβέρνηση της Κύπρου». Το ΕΔΑΔ ακολούθησε την ίδια τοποθέτηση και στην απόφασή του ημερομηνίας 10/5/2001 επί της τέταρτης Διακρατικής Προσφυγής της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας.
Δεν υποτιμώ τη σημασία των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ), όταν αυτά αποβλέπουν στην αλληλοκατανόηση και αλληλοεκτίμηση των δυο κοινοτήτων, καθώς και στη μεταξύ τους συνεργασία. Η Γεωγραφία επιβάλλει στις δυο κοινότητες της Κύπρου να συνυπάρξουν ειρηνικά. Τούτο, προϋποθέτει την κατεδάφιση των τειχών της δυσπιστίας, της καχυποψίας και της προκατάληψης, που τις χωρίζουν. Όμως, αυτά τα τείχη δεν είναι οι δυο κοινότητες που τα έχουν χτίσει, αλλά η Τουρκία και μόνο αυτή μπορεί να τα κατεδαφίσει. Η Τουρκία έκτισε τα τείχη της δυσπιστίας και τα ισχυροποίησε με την εισβολή του 1974 για να πραγματοποιήσει τους επεκτατικούς της σχεδιασμούς. Προς τούτο, δεν αρκέστηκε στον βίαιο εδαφικό διαχωρισμό των δυο κοινοτήτων, αλλά διέπραξε ένα αποτρόπαιο έγκλημα πολέμου, τον εποικισμό των κατεχομένων. Ούτε υποτιμώ το έργο που έχουν να επιτελέσουν οι διάφορες δικοινοτικές τεχνικές επιτροπές για αντιμετώπιση και λύση προβλημάτων καθημερινότητας. Αρκεί να μην ενεργούν ως «κυβερνητικά τμήματα» των «δυο κρατών» ή «δυο μερών», για προώθηση των τουρκικών σχεδιασμών.
Επίσης, θα πρέπει, σε κάθε βήμα και με κάθε ευκαιρία, να προβάλλονται οι θηριωδίες και οι μαζικές και κατ’ εξακολούθηση παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που διαπράχθηκαν και διαπράττονται από την Τουρκία και που έχουν κατά τρόπο πανηγυρικό διαπιστωθεί από το ΕΔΑΔ στις προαναφερθείσες αποφάσεις του. Υπήρξε αδράνεια στο θέμα τούτο. Αποτέλεσμα αυτής της αδράνειας θα είναι η εκλογή, χωρίς ανθυποψήφιο, με υπόδειξη της ευρωπαϊκής ομάδας των χωρών μελών του ΟΗΕ, του Τούρκου Βολκάν Μποζκίρ ως προέδρου της 75ης Γενικής Συνέλευσης.
Προβάλλεται η άποψη πως για την ανατροπή των τουρκικών σχεδιασμών θα πρέπει να γίνει ένα κοινό μέτωπο με τους Τουρκοκύπριους. Θα πρέπει να διαμορφωθούν συνθήκες για την επίτευξη μιας στρατηγικής συμμαχίας των δύο κοινοτήτων του νησιού, που θα βοηθήσει την αντίδραση από πλευράς των Τουρκοκυπρίων, ώστε να απαλλαχθούν από τον, εναγκαλισμό, την εξάρτηση, την καταπίεση και την κατοχή από την Τουρκία. Για τους υποστηρίζοντες τη θέση αυτή, οι Τουρκοκύπριοι μπορούν να έχουν ένα μέλλον με προοπτική μόνο εάν απαλλαγούν από την Τουρκία.
Η θέση αυτή είναι θεωρητικά ορθή. Όμως, η υλοποίησή της είναι πρακτικά ανέφικτη γιατί δεν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες. Κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος, με τα σημερινά δεδομένα στο τουρκοκρατούμενο μέρος της Κύπρου, μια τέτοια αντίδραση από μέρους των Τουρκοκυπρίων είναι απίθανη και αν εκδηλωθεί, θα είναι αναποτελεσματική γιατί θα προέρχεται από μια μικρή μερίδα. Ο εποικισμός μετέτρεψε τους Τουρκοκυπρίους σε μειονότητα στην κατεχόμενη Κύπρο. Θα ανέμενε κανείς από τους ηγέτες των Τουρκοκυπρίων να αντιδράσουν σ’ αυτό το τερατούργημα, που έχει ως κύριο θύμα τους ίδιους τους Τουρκοκυπρίους. Όμως, για ευνόητους λόγους, σιωπούν. Εξαίρεση αποτελούν μερικοί ηγέτες τους, μικρού εκλογικού εκτοπίσματος. Αρκεί κάποιος να κοιτάξει τη δύναμη των πολιτικών κομμάτων στα κατεχόμενα, με βάση τα αποτελέσματα των τελευταίων «βουλευτικών» εκλογών. Είναι προφανές ότι το ποσοστό των Τουρκοκυπρίων, όπως αυτοί διαμορφώθηκαν με τον εποικισμό, που θα αγωνιστούν ώστε να απαλλαχθούν από την εξάρτηση, την καταπίεση και την κατοχή από την Τουρκία, δεν ξεπερνά τα δάκτυλα του ενός χεριού.
Είναι πια αργά για μια συνεργασία με τους Τουρκοκύπριους. Για μια ακόμη φορά αποδειχθήκαμε επιμηθείς. Μας δόθηκε η ευκαιρία να αξιοποιήσουμε αυτήν τη συνεργασία όταν η Κύπρος αποκτούσε την ανεξαρτησία της. Θα έπρεπε, τότε, η ελληνοκυπριακή ηγεσία να επιδοθεί σε μια προσπάθεια δημιουργίας κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης και εκτίμησης, η οποία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με οικονομικά, κοινωνικά και διοικητικά μέτρα που δεν θα επέτρεπαν στον εξτρεμιστή Ντενκτάς και την ΤΜΤ να αλωνίζουν. Τούτο, όμως, χρειαζόταν ευρύτητα πνεύματος, επιδεξιότητα και σθένος, αλλά και διορατικότητα. Τα στοιχεία αυτά, έλειψαν εντελώς από την ελληνική κυπριακή ηγεσία.
ΑΣΠΙΔΑ Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Είναι η άποψη του γράφοντος, την οποία διατύπωσε πλειστάκις στα άρθρα του, ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να αποτελέσει την ασπίδα για την εθνική και φυσική επιβίωση του κυπριακού Ελληνισμού. Πρέπει να τη διαφυλάξουμε έναντι πάσης θυσίας και προ πάντων, να μη συνεργήσουμε, με τη δική μας υπογραφή, στην κατάλυσή της. Σε κάθε καλόπιστο μελετητή του Κυπριακού, είναι εμφανές ότι μια λύση Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ), με τις προδιαγραφές της «κοινής διακήρυξης» της 11/2/2014, οδηγεί στην κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και στη διαδοχή της από ένα κρατικό μόρφωμα, ανορθόδοξο, αντιδημοκρατικό, ρατσιστικό και μη βιώσιμο. Πάνω από όλα, μια λύση ΔΔΟ ικανοποιεί τους κατακτητικούς σχεδιασμούς της Τουρκίας. Οδηγεί σε μια λύση που θα καταστήσει, προς το παρόν, την Κύπρο προτεκτοράτο της Τουρκίας. Απώτερος στόχος της Τουρκίας είναι η κατάληψη όλης της Κύπρου όταν βρει κατάλληλες τις συνθήκες. Τις ευκαιρίες, για τη δημιουργία τέτοιων συνθηκών, θα τις παράσχει στην Τουρκία η μη λειτουργικότητα της λύσης.
Θα πρέπει, επί τέλους, οι ηγεσίες Κύπρου και Ελλάδας να συνειδητοποιήσουν ότι το Κυπριακό είναι πρόβλημα πανεθνικό. Το Κυπριακό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το θέμα των νησιών του Αιγαίου. Η ασφάλεια της Κύπρου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ασφάλεια της Ελλάδας και αντίστροφα.
Περαιτέρω, θα πρέπει, με έντονη διπλωματική κινητικότητα, να προβάλουμε στους εταίρους την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), την ευρωπαϊκή διάσταση του προβλήματός μας. Για να αφυπνιστούν και οι εταίροι μας και με τις κατάλληλες παραστάσεις και παρεμβάσεις της κυπριακής και ελλαδικής ηγεσίας να συνειδητοποιήσουν ότι η ΕΕ, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είναι μέρος του προβλήματος και μέρος της λύσης, διότι στην Κύπρο διακυβεύονται σημαντικά ευρωπαϊκά συμφέροντα. Και πολιτικά και οικονομικά.