Λυπούμαι που υποχρεώνομαι να απαντήσω σε δημοσιεύματα συναγωνιστή μου, ο οποίος, ενώ υπηρέτησε με ζήλο στον Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. υπό την τιμητική ιδιότητα του αντάρτη, δηλώνει σήμερα, στους καιρούς της χλιδής, της ευμάρειας και του ραγιαδισμού, μετανιωμένος για ό,τι έκανε, και κατηγορεί τον ένδοξο απελευθερωτικό μας αγώνα.
Με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η οποία έτυχε εκμετάλλευσης στο έπακρο από εκείνους οι οποίοι πάντοτε κατηγορούσαν τον Αγώνα, ο συναγωνιστής Βάσος Παντέλας επικρίνει τους ηγέτες του Αγώνα, τους δασκάλους και άλλους «οι οποίοι μας φανάτιζαν και σκοτώναμε Εγγλέζους κατακτητές και συμπατριώτες μας που χαρακτηρίζονταν σαν προδότες!!!», όπως λέει. Ως αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, ο ίδιος θεωρεί ότι είναι η μοιρασμένη πατρίδα μας, η οποία βρίσκεται υπό κατοχή.
Η καλόπιστη κριτική και οι προβληματισμοί, αγαπητέ συναγωνιστή, είναι πάντα καλοδεχούμενα. Αμέτρητοι οι προβληματισμοί σου και αλοίμονο αν ο άνθρωπος δεν προβληματίζεται. Εξάλλου, δεν νομίζω να πιστεύεις ότι είσαι μόνος σου.
Όμως, αγαπητέ κύριε Παντέλα, δεν έχεις το δικαίωμα ούτε να εκμηδενίζεις ούτε να ειρωνεύεσαι και προπάντων να χρησιμοποιείς χαρακτηρισμούς που μας έδιναν οι εχθροί μας και οι συνεργάτες τους.
Αν όχι τίποτε άλλο, έχουμε ηθική υποχρέωση απέναντι στα ηρωικά παιδιά μας. Σ’ αυτούς που έπεσαν στη μάχη, έγιναν ολοκαύτωμα, κάηκαν ζωντανοί και ανέβηκαν στην αγχόνη τραγουδώντας. Εκεί μπορούσε να βρισκόμασταν κι εμείς και ο καθένας μας. Πολεμούσαμε για τη λευτεριά μας, αγαπητέ συναγωνιστή, και δεν νομίζω να ένιωσες χαρά γιατί ήσουν αναγκασμένος να πολεμήσεις για την πατρίδα και να κάμεις πράξεις βίας, πράγμα που μας επέβαλαν οι αποικιοκράτες με την άρνηση τους να μην μας δώσουν το αναφαίρετο δικαίωμα της Ελευθερίας. Όσο για τους συμπατριώτες οι οποίοι, όπως λες, «χαρακτηρίζονταν σαν προδότες», έχω να σου πω ότι σε διακατέχει πραγματική σύγχυση. Δεν χαρακτηρίσθηκαν προδότες, ήσαν προδότες. Και προδότης ήταν αυτός που έδινε πληροφορίες και οδηγούσε τους Άγγλους εναντίον των Αγωνιστών πολεμώντας κι αυτός με τον τρόπο του τον Αγώνα μας. Με ελάχιστες, ενδεχομένως, εξαιρέσεις, για όλους υπάρχει πλήρης τεκμηρίωση. Προδότης, αγαπητέ, ήταν εκείνος που έδειξε το κρησφύγετο του Αυξεντίου, του Μάτση, τον Αχυρώνα του Λιοπετρίου και όλοι οι άλλοι, οι οποίοι με οποιονδήποτε τρόπο συνεργάζονταν με τους Άγγλους και πολεμούσαν τον Αγώνα μας.
Παρουσιάζεσαι συγχυσμένος και ανακατεύεις γεγονότα και εποχές. Δεν αντικρίζεις τα γεγονότα σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής, τους πρωταγωνιστές, τα εκτελεστικά όργανα και πολλά άλλα.
Ο Απελευθερωτικός Αγώνας του λαού μας, αγαπητέ συναγωνιστή, δεν έχει να κάμει με τους μακαριακούς και τους διγενικούς. Ούτε έχουν ευθύνη οι αγωνιστές για τα λάθη των ηγετών μας και για τα σφάλματα που έγιναν τόσο με την αποδοχή των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου όσο και με τα πολλά λάθη, τους εγωκεντρισμούς, τις φιλοδοξίες και, γενικότερα, τη διαφθορά που ακολούθησε και η οποία οδήγησε τον λαό μας να παρασυρθεί, να ξεφύγει από τις αρχές και τις αξίες που πρέπει να κατευθύνουν τον νουν και τη καρδιά μας.
Μας νίκησε ο ευδαιμονισμός, η καλοπέραση, η εξασφάλιση υλικών αγαθών, η οποία, τις περισσότερες φορές, γίνεται με αθέμιτο τρόπο. «Ευυπόληπτο το χρήμα όσο βρώμικο και αν είναι», είπε ο αείμνηστος Γκάντι, ελευθερωτής των Ινδιών από τους αποικιοκράτες Άγγλους…
Εμείς, αγαπητέ μου, θα τιμούμε, θα μνημονεύουμε και θα γιορτάζουμε το μεγαλείο του Αγώνα και δεν ντρεπόμαστε να παρελαύνουμε, έστω και αν δεν μας «σηκώνουν τα πόδια μας», όπως με ειρωνεία υπογραμμίζεις. Είναι τιμή μας τα σημάδια και οι κακουχίες των βασανιστηρίων που κουβαλούμε.
Αγαπητέ συναγωνιστή Παντέλα, μην αφήσεις τον πόνο, την πίκρα και την απογοήτευση που αναπόφευκτα απορρέουν μέσα από την πορεία που ακολούθησε μετά την ηρωική επανάσταση, να αμαυρώσει το μεγαλείο, τη λεβεντιά, τη θυσία εκείνης της ηρωικής και ανεπανάληπτης γενιάς του 55, στην οποία και εσύ ανήκεις.
Ας μην διαπράξουμε και τούτο το λάθος, γιατί τότε δεν θα είμαστε ούτε καν αξιολύπητοι, παρά μόνο για φτύσιμο…
Με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η οποία έτυχε εκμετάλλευσης στο έπακρο από εκείνους οι οποίοι πάντοτε κατηγορούσαν τον Αγώνα, ο συναγωνιστής Βάσος Παντέλας επικρίνει τους ηγέτες του Αγώνα, τους δασκάλους και άλλους «οι οποίοι μας φανάτιζαν και σκοτώναμε Εγγλέζους κατακτητές και συμπατριώτες μας που χαρακτηρίζονταν σαν προδότες!!!», όπως λέει. Ως αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, ο ίδιος θεωρεί ότι είναι η μοιρασμένη πατρίδα μας, η οποία βρίσκεται υπό κατοχή.
Η καλόπιστη κριτική και οι προβληματισμοί, αγαπητέ συναγωνιστή, είναι πάντα καλοδεχούμενα. Αμέτρητοι οι προβληματισμοί σου και αλοίμονο αν ο άνθρωπος δεν προβληματίζεται. Εξάλλου, δεν νομίζω να πιστεύεις ότι είσαι μόνος σου.
Όμως, αγαπητέ κύριε Παντέλα, δεν έχεις το δικαίωμα ούτε να εκμηδενίζεις ούτε να ειρωνεύεσαι και προπάντων να χρησιμοποιείς χαρακτηρισμούς που μας έδιναν οι εχθροί μας και οι συνεργάτες τους.
Αν όχι τίποτε άλλο, έχουμε ηθική υποχρέωση απέναντι στα ηρωικά παιδιά μας. Σ’ αυτούς που έπεσαν στη μάχη, έγιναν ολοκαύτωμα, κάηκαν ζωντανοί και ανέβηκαν στην αγχόνη τραγουδώντας. Εκεί μπορούσε να βρισκόμασταν κι εμείς και ο καθένας μας. Πολεμούσαμε για τη λευτεριά μας, αγαπητέ συναγωνιστή, και δεν νομίζω να ένιωσες χαρά γιατί ήσουν αναγκασμένος να πολεμήσεις για την πατρίδα και να κάμεις πράξεις βίας, πράγμα που μας επέβαλαν οι αποικιοκράτες με την άρνηση τους να μην μας δώσουν το αναφαίρετο δικαίωμα της Ελευθερίας. Όσο για τους συμπατριώτες οι οποίοι, όπως λες, «χαρακτηρίζονταν σαν προδότες», έχω να σου πω ότι σε διακατέχει πραγματική σύγχυση. Δεν χαρακτηρίσθηκαν προδότες, ήσαν προδότες. Και προδότης ήταν αυτός που έδινε πληροφορίες και οδηγούσε τους Άγγλους εναντίον των Αγωνιστών πολεμώντας κι αυτός με τον τρόπο του τον Αγώνα μας. Με ελάχιστες, ενδεχομένως, εξαιρέσεις, για όλους υπάρχει πλήρης τεκμηρίωση. Προδότης, αγαπητέ, ήταν εκείνος που έδειξε το κρησφύγετο του Αυξεντίου, του Μάτση, τον Αχυρώνα του Λιοπετρίου και όλοι οι άλλοι, οι οποίοι με οποιονδήποτε τρόπο συνεργάζονταν με τους Άγγλους και πολεμούσαν τον Αγώνα μας.
Παρουσιάζεσαι συγχυσμένος και ανακατεύεις γεγονότα και εποχές. Δεν αντικρίζεις τα γεγονότα σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής, τους πρωταγωνιστές, τα εκτελεστικά όργανα και πολλά άλλα.
Ο Απελευθερωτικός Αγώνας του λαού μας, αγαπητέ συναγωνιστή, δεν έχει να κάμει με τους μακαριακούς και τους διγενικούς. Ούτε έχουν ευθύνη οι αγωνιστές για τα λάθη των ηγετών μας και για τα σφάλματα που έγιναν τόσο με την αποδοχή των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου όσο και με τα πολλά λάθη, τους εγωκεντρισμούς, τις φιλοδοξίες και, γενικότερα, τη διαφθορά που ακολούθησε και η οποία οδήγησε τον λαό μας να παρασυρθεί, να ξεφύγει από τις αρχές και τις αξίες που πρέπει να κατευθύνουν τον νουν και τη καρδιά μας.
Μας νίκησε ο ευδαιμονισμός, η καλοπέραση, η εξασφάλιση υλικών αγαθών, η οποία, τις περισσότερες φορές, γίνεται με αθέμιτο τρόπο. «Ευυπόληπτο το χρήμα όσο βρώμικο και αν είναι», είπε ο αείμνηστος Γκάντι, ελευθερωτής των Ινδιών από τους αποικιοκράτες Άγγλους…
Εμείς, αγαπητέ μου, θα τιμούμε, θα μνημονεύουμε και θα γιορτάζουμε το μεγαλείο του Αγώνα και δεν ντρεπόμαστε να παρελαύνουμε, έστω και αν δεν μας «σηκώνουν τα πόδια μας», όπως με ειρωνεία υπογραμμίζεις. Είναι τιμή μας τα σημάδια και οι κακουχίες των βασανιστηρίων που κουβαλούμε.
Αγαπητέ συναγωνιστή Παντέλα, μην αφήσεις τον πόνο, την πίκρα και την απογοήτευση που αναπόφευκτα απορρέουν μέσα από την πορεία που ακολούθησε μετά την ηρωική επανάσταση, να αμαυρώσει το μεγαλείο, τη λεβεντιά, τη θυσία εκείνης της ηρωικής και ανεπανάληπτης γενιάς του 55, στην οποία και εσύ ανήκεις.
Ας μην διαπράξουμε και τούτο το λάθος, γιατί τότε δεν θα είμαστε ούτε καν αξιολύπητοι, παρά μόνο για φτύσιμο…
*Πρόεδρος Συνδέσμων Αγωνιστών Ε.Ο.Κ.Α..