Μολονότι σε πρόσφατες έρευνες και βάσεις δεδομένων του ΟΟΣΑ (Organisation for Economic Co-operation and Development) οι ΗΠΑ εμφανίζουν, σε σχέση με τις αναπτυγμένες χώρες, υψηλά επίπεδα ανισοτήτων – ανισοτήτων στο εισόδημα τον πλούτο και την στέρηση -, εντούτοις οι κυρίαρχοι πολιτικοί κύκλοι στην Ουάσιγκτον επιμελώς αποκρύπτουν την ένταση και την έκταση των εν λόγω προκλητικών ανισοτήτων. Ταυτόχρονα, μέσα σε ένα τρίμηνο πανδημίας (Μάρτιος- Ιούνιος), οι Αμερικανοί δισεκατομμυριούχοι αύξησαν τον πλούτο τους κατά $637 δισεκατομμύρια, μια αύξηση της τάξης του 21%, σύμφωνα με το αμερικανικό Institute for Policy Studies.
Σπεύδω να υπογραμμίσω πως το 61% των Αμερικανών ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Ωστόσο ουδείς διάλογος στο Κογκρέσο, ούτε και ευρύτερη συζήτηση γίνεται μεταξύ των κυρίαρχων κομμάτων αλλά και υποψηφίων για την προεδρία.
Το πρόβλημα είναι πως η κρίση λόγω κορονοϊού εκθέτει και διευρύνει τη συστημική φτώχεια, καθώς οι διαχρονικές ανισότητες έχουν επιδεινωθεί αλλά και αποκτήσει νέες μορφές επί των ημερών του προέδρου Trump, απειλώντας εν πολλοίς αφενός τη δημοκρατία αφετέρου την κοινωνική συνοχή της χώρας.
Πρόδηλα, οι ΗΠΑ υπό τον Trump αποδείχθηκε εν τοις πράγμασι πως αντέδρασαν στην πανδημία ως χώρα με κατεδαφισμένες υποδομές και δύσχρηστη διακυβέρνηση. Διόλου τυχαίο το γεγονός πως το έγκριτο αμερικανικό περιοδικό «Atlantic», αποκαλεί τις ΗΠΑ «αποτυχημένο κράτος» (failed state).
Πέραν τούτου, το ανύπαρκτο έως αδύναμο κοινωνικό κράτος, το αστρονομικό φοιτητικό χρέος των 1,6 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, η έξαρση του συστημικού ρατσισμού, των συστημικών ανισοτήτων και της φτώχειας, όπως και η κοινωνική έκρηξη εκατομμυρίων πολιτών ενάντια στις καταστροφικές πολιτικές του αμερικανικού κράτους έρχονται, μεταξύ άλλων, να επιβεβαιώσουν τα σημάδια της παρακμής της άλλοτε υπερδύναμης.
Πραγματικά, η χαώδης εσωτερική κατάσταση επηρεάζει αρνητικά το κύρος της χώρας, με αποτέλεσμα την απώλεια της θέσης των ΗΠΑ ως υπερδύναμης. Κύρος και θέση που δεν πρόκειται η Ουάσιγκτον να ανακτήσει, είτε μεσοπρόθεσμα είτε μακροπρόθεσμα. Εν ολίγοις, οι ΗΠΑ βρίσκονται ακριβώς στην είσοδο της παρακμής τους, θυμίζοντας σε πλείστα πεδία την πτώση πολλών κραταιών αυτοκρατοριών του παρελθόντος. Με εξαίρεση τη στρατιωτική δύναμη του Πενταγώνου και τη σχετική προτίμηση των ελίτ του παγκόσμιου χρηματοποστωτικού συστήματος στο δολάριο, η ισχύς των ΗΠΑ διαρκώς συρρικνώνεται στην παγκόσμια οικονομία. Δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που πιστεύουν ότι στο εγγύς μέλλον οι ΗΠΑ δεν μπορούν να συντηρήσουν το ρόλο της κεντρικής τράπεζας ολόκληρου του πλανήτη. Σε κάθε περίπτωση, η πανδημία άλλαξε την κατεύθυνση της ιστορίας όπως και την εξέλιξης της. Η μετατόπιση της οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος είναι πλέον στην Ανατολή, και συγκεκριμένα στην Κίνα. Ο 21ος αιώνας ανήκει στην Κίνα και όχι στις ΗΠΑ. Αξίζει πάντως να σημειωθεί πως την παγκόσμια εξασθένηση των ΗΠΑ στην μεταπανδημική περίοδο διατυπώνουν και οι ίδιοι οι Αμερικανοί σε πρόσφατη έρευνα του έγκριτου αμερικανικού Pew Research Center. Το 56% των δημοκρατών πιστεύει ότι θα εξασθενίσει η επιρροή των ΗΠΑ σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην ίδια έρευνα η νέα γενιά αμερικανών (18-29 ετών), σε ποσοστό που αγγίζει το 60%, πιστεύει πως η χώρα τους πρέπει να αναπτύξει πιο στενές σχέσεις με την Κίνα, ενώ ένα αντίστοιχο ποσοστό 52% αφορά ηλικίες 30-49 ετών. Να ληφθεί πάντως σοβαρά υπόψη πως στην έρευνα του Pew Research Center έχει αυξηθεί ακόμα και το ποσοστό των Γερμανών πολιτών μεταξύ των ετών 2019 και 2020 (από 24% σε 36% αντίστοιχα), οι οποίοι πιστεύουν ως σημαντικό παράγοντα την ενίσχυση των σχέσεων του Βερολίνου με το Πεκίνο. Προφανώς οι πολίτες της Γερμανίας, όπως η ίδια η ΕΕ, αντιλαμβάνονται πλέον την Κίνα ως την ανερχόμενη υπερδύναμη τόσο στο διεθνές πολιτικό σύστημα όσο και σε γεωοικονομικό και τεχνολογικό επίπεδο, καθώς το Πεκίνο διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο αφενός στη γεωπολιτική σκηνή, αφετέρου στο εμπόριο και στις αλυσίδες παραγωγής. Γίνεται επομένως καθημερινά πιο διαυγές στους λαούς και τις κυβερνήσεις της Ε.Ε πως η Κίνα είναι εταίρος και όχι αντίπαλος της Ευρώπης. Αυτό ακριβώς ανέδειξε με εύγλωττο και σωστό τρόπο στο μήνυμά του ο Πρόεδρος Xi Jinping κατά την προ ημερών 22η Σύνοδο Κορυφής Ε.Ε- Κίνας: «Δεν υπάρχει σύγκρουση θεμελιωδών συμφερόντων μεταξύ μας. Η συνεργασία υπερτερεί κατά πολύ του ανταγωνισμού και η συναίνεση των διαφωνιών».
Σε αυτό το πλαίσιο η Κίνα, ως μέρος της στρατηγικής στροφής της προς την Ευρώπη, αξιοποιεί -μεταξύ άλλων- την «Πρωτοβουλία του Δρόμου του Μεταξιού»(Belt and Road Initiative/ BRI) ως σύστημα οικονομικών, εμπορικών και διαπολιτισμικών κόμβων, επιδιώκοντας δι’ αυτού του τρόπου ένα equilibrium ανάπτυξης, ασφάλειας, ειρήνης και συνεργασίας, ώστε λαοί και χώρες της Ευρώπης και της Κίνας να συνδεθούν σε ένα κοινό μέλλον κατά τις επόμενες δεκαετίες του 21ου αιώνα. Ταυτόχρονα, υπό την ηγεσία του Προέδρου Xi Jinping, η Κίνα αφού αντιμετώπισε αποτελεσματικά και ακαριαία την πανδημία, διαμόρφωσε ένα αξιόπιστο μοντέλο αλληλεγγύης και συνεργασίας με τις χώρες της Ευρώπης.
Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται πως η διακυβέρνηση του κ. Trump -στην προσπάθειά της να περιορίσει δραστικά την ανοδική πορεία της Κίνας ως σημαντικής υπερδύναμης- επιχειρεί αδιέξοδες όσο και επικίνδυνες για την ανάπτυξη και την ασφάλεια πρακτικές, όπως η έντονα προκλητική παρουσία του αμερικανικού στόλου που κλιμακώνει την ένταση στη Νότια Θάλασσα της Κίνας.
Συμπερασματικά, θα υπογράμμιζα πως η εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας, αποτελεί ύψιστη επιλογή με στόχο την αναβάθμιση των σχέσεων και της θέσης των Βρυξελλών και Πεκίνου στο υπό αναδιάταξη σύγχρονο διεθνές σύστημα. Αποκτά μάλιστα ειδικό βάρος και ιδιαίτερη σημασία για τις σινοευρωπαϊκές σχέσεις τα επόμενα χρόνια, καθώς μπορεί και θέτει συγκεκριμένες προτεραιότητες εμβάθυνσης και διεύρυνσης της στρατηγικής συνεργασίας, καθότι οι κινεζικές επενδύσεις παράγουν εξαιρετικά θετικές εξελίξεις για τις οικονομίες των κρατών μελών της ίδιας της Ε.Ε.
Σε κάθε περίπτωση, Πεκίνο και Βρυξέλλες μοιράζονται κοινά συμφέροντα στο διεθνές σύστημα. Ως εκ τούτου και με επίκεντρο τη γεωοικονομία, η εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας Ε.Ε και Κίνας δημιουργεί σαφώς νέους δεσμούς και προοπτικές, ικανούς να αποτρέψουν την έκρηξη των οικονομικών διαφορών και των γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων που επιχειρεί ή/και καλλιεργεί σε πολλά πεδία και επίπεδα η Ουάσιγκτον.
* Πρύτανης Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου