Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on Google
Αναπόφευκτα, τις τελευταίες βδομάδες τα φώτα των επιπτώσεων της πανδημίας στράφηκαν στις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στον πυρήνα της κυπριακής οικονομίας και πώς αυτές θα επηρεαστούν από το «λουκέτο». Σ’ αυτές επικεντρώνονται και οι όποιες προσπάθειες επανεκκίνησης της οικονομίας, διάσωσης θέσεων εργασίας και διατήρησης κάποιας ρευστότητας. Οι τράπεζες από την άλλη, μέχρι σήμερα δεν θεωρήθηκαν μέρος του προβλήματος αλλά της λύσης του. Και ενδεχομένως ορθά. Το γεγονός ότι διατηρούσαν –εξ ανάγκης- πολύ υψηλά ποσοστά ρευστότητας συνέβαλε στο να μπορούν να αντέξουν αναστολή καταβολής δόσεων, να έχουν τη δυνατότητα παραχώρησης νέων δανείων εφόσον βρεθούν τα κατάλληλα βιώσιμα έργα αλλά και σε περίπτωση έγκρισης των κρατικών εγγυήσεων.
Με άλλα λόγια, το 2020 δεν πρέπει να αναμένεται κάτι συγκλονιστικό στον τραπεζικό τομέα ο οποίος βρίσκει την ευκαιρία να δώσει έμφαση στα ψηφιακά του κανάλια, στην ενημέρωση των πελατών του για άλλους τρόπους συναλλαγών και γενικότερα στο να αφομοιώσει το νέο μοντέλο λειτουργίας του. Αναμένεται βέβαια και μία σημαντική μείωση στα έσοδά τους από τέλη και προμήθειες, αφού η οικονομική δραστηριότητα είναι ανύπαρκτη.
Τα δύσκολα θα ξεκινήσουν από το 2021. Η θεωρητικά «αναίμακτη» αναστολή δόσεων θα τερματιστεί. Οι δανειολήπτες θα πρέπει να καταβάλουν κανονικά τις δόσεις τους αλλιώς τα δάνεια θα μετατραπούν και πάλι σε μη εξυπηρετούμενα. Με ένα ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων κοντά στο 30%, μία ενδεχόμενη και πολύ πιθανή αύξησή τους θα οδηγήσει το πρόβλημα μερικά χρόνια πίσω. Το πόσο βαθιά θα είναι η ύφεση και πόσο θα επηρεαστούν τα επιχειρηματικά έσοδα και τα οικογενειακά εισοδήματα, θα καθορίσει και το μέγεθος του προβλήματος. Υπάρχουν επίσης και οι λεγόμενοι στρατηγικοί κακοπληρωτές οι οποίοι, δίχως άλλο θα θελήσουν να εκμεταλλευτούν την όλη διαδικασία.
Η αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, κατά πάσα πιθανότητα θα συνδυαστεί και με μία περίοδο μείωσης των τιμών των ακινήτων, άρα και των εξασφαλίσεων των δανείων, βάζοντας μεγαλύτερη πίεση στις προβλέψεις και κατά συνέπεια στα κεφάλαια των τραπεζών. Αντίστοιχη πίεση θα υπάρξει και από τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της ίδιας της οικονομίας.
Και όσο κι να συνήθισαν οι πολιτικοί να κατηγορούν τις τράπεζες ότι σκέφτονται μόνο την κερδοφορία τους, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Τουλάχιστον στις δύο μεγάλες τράπεζες, από το 2013 και μετά, νέοι μέτοχοι δεν είδαν ούτε σεντ μερίσματος μέχρι σήμερα. Και όχι μόνο αυτό αλλά και η αξία των μετοχών τους έχει μειωθεί σημαντικά έκτοτε. Σε περίπτωση που προκύψει ανάγκη για νέα κεφάλαια, οι υφιστάμενοι μέτοχοι των μεγάλων τραπεζών θα το σκεφτούν περισσότερο από μία φορές αν θα ρίξουν φρέσκο χρήμα.
Μία πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα που διενήργησε η ΕΥ Κύπρου, καταδεικνύει με χαρακτηριστικό τρόπο την επόμενη μέρα του τραπεζικού συστήματος. Μερικά από τα ευρήματα: αύξηση δανειοληπτών που δεν θα μπορούν να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους, προερχόμενοι από τη λιανική τραπεζική, τους τομείς του εμπορίου (όχι υπεραγορών και FMCGs), της φιλοξενίας, της ανάπτυξης γης και των κατασκευών, πίεση από τους δανειολήπτες που μπορούν να εξυπηρετήσουν τα δάνεια τους για να έχουν χαμηλότερα επιτόκια, εκτόξευση του δείκτη κόστος προς έσοδα, αβεβαιότητα σε σχέση με τις υπό εξέλιξη διαδικασίες για πώληση μεγάλων πακέτων μη εξυπηρετούμενων δανείων. Διαδικασίες οι οποίες προ κορωνοϊού ήταν σε αρκετά προχωρημένο στάδιο και πολύ κοντά στην ολοκλήρωση. Πλέον, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος πώς θα επηρεαστούν τα προς πώληση χαρτοφυλάκια, τι θα δείξουν οι νέες εκτιμήσεις και τι θα απαιτήσουν οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές.
Προσωπικά έγραψα τις προηγούμενες βδομάδες πως οι τράπεζες αυτήν την περίοδο πρέπει να είναι μέρος της λύσης. Απλώς πρέπει να βεβαιωθούν οι αρμόδιοι πως την επόμενη μέρα δεν θα αποτελέσουν το πρόβλημα. Για τους καψερούς που θα σχολιάσουν «και τι μας νοιάζει από τις τράπεζες;», η απάντηση είναι απλή: εκεί είναι οι καταθέσεις σας.