Ποτέ προηγουμένως η κυπριακή οικονομία δεν είχε δοκιμαστεί τόσο έντονα όσο σήμερα και στην περίοδο που ακολουθεί. Τα νέα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση στην προσπάθεια καταπολέμησης της εξάπλωσης του κορωνοϊού, θα δοκιμάσουν, όσο ποτέ άλλοτε, τις ήδη λαβωμένες αντοχές της κυπριακής οικονομίας.
Μπορεί τα 250 εκατ. ευρώ, από το συνολικό πακέτο οικονομικής στήριξης που ανακοινώθηκε, να μην έχουν άμεση δημοσιονομική επίπτωση, ωστόσο, το γεγονός ότι πολλές επιχειρήσεις αναστέλλουν τη λειτουργία τους μέχρι νεωτέρας και η καταβολή φορολογιών μειώνεται, αναμένεται να δημιουργήσουν τεράστιες πιέσεις στα δημόσια οικονομικά τα οποία τα τελευταία χρόνια παρουσίαζαν σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία οδήγησαν στη μείωση του δημόσιου χρέους, σε ποσοστά κάτω του 100% του ΑΕΠ (θα ήταν ακόμα πιο χαμηλά αν δεν προέκυπτε η στήριξη του Συνεργατισμού).
Τα τελευταία στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας κατέδειξαν πλεόνασμα 237,5 εκατ. ευρώ τον Ιανουάριο. Ωστόσο, οι συνολικές δαπάνες σημείωσαν αύξηση 13,1% ενώ τα συνολικά έσοδα σημείωσαν αύξηση 6,4%. Η αναστολή καταβολής φόρων, η μείωση φορολογιών, το πολύ κακό επιχειρηματικό κλίμα που επικρατεί, θα αυξήσουν σημαντικά τις πιέσεις στα δημόσια οικονομικά κι η λήψη μέτρων στο σκέλος των δημόσιων δαπανών, δεν πρέπει να θεωρείται απομακρυσμένο ενδεχόμενο.
Την ίδια ώρα, ακόμα χειρότερη είναι η κατάσταση στον ιδιωτικό τομέα. Η περιορισμένη ρευστότητα έχει γίνει μηδενική, το υψηλό χρέος δεν εξυπηρετείται και αναμένεται να αυξηθεί ακόμα περισσότερο αν οι τράπεζες παραχωρήσουν «ρευστότητα επιβίωσης» ενώ για κάποιες εταιρείες αυτή η κρίση θα αποτελέσει το κύκνειον άσμα τους. Ενδεχομένως να είναι η ολοκλήρωση της διόρθωσης της οικονομίας που δεν έγινε κατά την κρίση του 2013.
Όπως κι αν έχει η κατάσταση σήμερα, υπάρχει κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε. Αυτή η κατάσταση θα διαρκέσει μόνο μερικούς μήνες. Μετά, η κατάσταση θα επανέλθει σταδιακά στα παλιά της δεδομένα. Δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι η περίοδος που διανύουμε είναι μία ευκαιρία για στήριξη από την κυβέρνηση και τις τράπεζες. Στήριξη πρέπει να ζητήσουν μόνο όσοι το έχουν πραγματική ανάγκη. Και οι τράπεζες πρέπει να στηρίξουν επιχειρήσεις και κοινωνία, αλλά μόνο όσους το έχουν ανάγκη. Όντως διακρίνουμε μία διστακτικότητα από μέρους των τραπεζών για λήψη συγκεκριμένων μέτρων, ωστόσο, τα μέτρα όταν ληφθούν θα πρέπει να είναι στοχευμένα και όχι για όλους. Κι αυτό πρέπει να το κατανοήσουν και οι πολιτικοί, οι οποίοι έχουν ξεκινήσει μία εκστρατεία πίεσης (καλά κάνουν) προς τις τράπεζες.
Η επόμενη μέρα της πανδημίας θα βρει τα δημόσια οικονομικά και τις τράπεζες σε πολύ χειρότερη κατάσταση από σήμερα. Θα βρει το ιδιωτικό χρέος σε πιο υψηλά επίπεδα. Θα βρει την ανεργία αυξημένη και τους μισθούς μειωμένους.
Όλα αυτά θα πρέπει να μας οδηγήσουν σε μία νέα οικονομική στρατηγική που θα έχει στο επίκεντρό της τη δημιουργία αποθεμάτων, τόσο στο δημόσιο τομέα όσο και στον ιδιωτικό. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε με μότο το γνωστό «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε και…».
Η παρούσα κρίση μας δείχνει ότι οι οικονομικές εξελίξεις μπορεί να είναι απρόβλεπτες και πως η καλύτερη άμυνα είναι η πρόληψη και η θωράκιση. Υπάρχει λόγος που οι Νορβηγοί έχουν δημιουργήσει ένα ταμείο πέραν του ενός τρισ. ευρώ και ακόμα δεν έχουν πάρει από αυτό ούτε ένα σεντ. Στη δική μας περίπτωση, έχουμε κατά καιρούς δημιουργήσει δεκάδες ταμεία για δήθεν στήριξη της οικονομίας, τα οποίας δεν έχουν ούτε σεντ.
Εν κατακλείδι, λεφτά δεν υπάρχουν, κάποια στιγμή θα λείψουν και από τα κρατικά ταμεία και από τις τράπεζες. Οι εκτιμήσεις ότι η ΕΕ θα έρθει τελικά και θα στηρίξει τα κράτη-μέλη μέσω των διαθέσιμων του ESM, μπορεί να μην είναι ουτοπικές αλλά σίγουρα δεν θα είναι άνευ μελλοντικού κόστους. Αυτή η κρίση είναι υπόθεση όλων, ας μη σκεφτόμαστε μόνο την πάρτη μας. Στο τέλος όλοι μαζί θα πληρώσουμε τον λογαριασμό.