Η παρούσα παρέμβαση συνιστά απάντηση στο αίτημα παλαιών συνεργατών μου, για απόδοση της οφειλόμενης αναγνώρισης σε θεσμικά όργανα και πρόσωπα, τα οποία, παρά το δύσκολο έργο τους για ανακούφιση και επαγγελματική αποκατάσταση των προσφύγων του 1974, έμειναν στην αφάνεια.
Υπαγορεύτηκε, επίσης, από την πεποίθηση πως η συμβολή στην ορθή καταγραφή της Ιστορίας αποτελεί χρέος των ενεργών πολιτών καθώς και από την πίστη μου στη σημασία της δικαιοσύνης και τη δύναμη του γραπτού λόγου.
Τον Ιανουάριο του 1975 βρέθηκα για δεύτερη φορά στο πηδάλιο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ανέλαβα τα καθήκοντα μου με δέος και αποφασιστικότητα, αφού, πέντε μήνες μετά την Τουρκική Εισβολή, όφειλα, ως αρμόδιος Υπουργός, μαζί με τους συνεργάτες μου, να συμβάλω ενεργά στην ανασυγκρότηση του κράτους και την άμεση ανακούφιση και επαγγελματική επαναδραστηριοποίηση των προσφύγων.
Για συντονισμό και έλεγχο ιδρύθηκε το Ειδικό Ταμείο Ανακουφίσεως, στο οποίο υπήχθησαν η Υπηρεσία Μερίμνης και η Υπηρεσία Επαναδραστηριοποιήσεως. Η Υπηρεσία Μερίμνης προσέφερε τρόφιμα, είδη ένδυσης και υπόδησης και εφάπαξ βοηθήματα στο σύνολο των πληγέντων. Η Υπηρεσία
Επαναδραστηριοποιήσεως χορήγησε χαμηλότοκα δάνεια σε μικροβιοτέχνες, εφάρμοσε προγράμματα οικοτεχνίας και χειροτεχνίας και εφεύρε τρόπους απασχόλησης των προσφύγων εντός των καταυλισμών.
Τον Οκτώβριο του 1976, η πρόεδρος του Κυπριακού Ερυθρού Σταυρού Στέλλα Σουλιώτη με ενημέρωσε πως από την ετήσια βοήθεια της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες για το τρέχον έτος, έμενε αδιάθετο το ποσό των £129.000. Εάν έως το τέλος του έτους δεν υποβάλλονταν σχέδια αξιοποίησης του, τα οποία θα εξασφάλιζαν την έγκριση της Υπάτης Αρμοστείας, το ποσό θα χανόταν. Προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της βοήθειας, συνεκλήθη άμεσα η Υπηρεσία Επαναδραστηριοποιήσεως, παρουσία του συμβούλου της Ρένου Σολομίδη. Κατόπιν ανταλλαγής απόψεων, ο Σολομίδης εισηγήθηκε τη δημιουργία «λαϊκής γειτονιάς», κατά το πρότυπο ανάλογου έργου στο Παρίσι.
Η πρόταση του Σολομίδη εγκρίθηκε ομόφωνα και ανετέθη στον ίδιο και τους συνεργάτες του η εντός 15 ημερών κατάρτιση και υποβολή στον υπουργό ολοκληρωμένου σχεδίου, ώστε αυτό να υποβληθεί εγκαίρως στην Υπάτη Αρμοστεία για έγκριση και παραχώρηση των χρημάτων, όπερ και εγένετο. Κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, ο υπουργός Εργασίας προέβη στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την έναρξη υλοποίησης του έργου. Η υλοποίηση άρχισε εντός ελαχίστων ημερών, βάσει της συμφωνίας με την Υπάτη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες και της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου.
Πέρα από τη συμβολή στη δραστηριοποίηση των εκτοπισθέντων, στόχος μας ήταν η ανάδειξη και καλλιέργεια της κυπριακής παραδοσιακής χειροτεχνίας.
Κατόπιν διαβουλεύσεων, η διαχείριση της Λαϊκής Γειτονιάς ανατέθηκε στον Δήμο Λευκωσίας. Τα εγκαίνια του έργου τελέστηκαν στις 21 Δεκεμβρίου 1983, από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Σπύρο Κυπριανού, επί δημαρχίας Λέλλου Δημητριάδη. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το έργο τιμήθηκε από την Ένωση Δημοσιογράφων και Συγγραφέων Τουρισμού FIJET με το βραβείο «Pomme d’ Or».
Καθώς κατά τα εγκαίνια της Λαϊκής Γειτονιάς οι αναφορές στον ρόλο των πρωτεργατών ήταν υποτυπώδεις, μία εβδομάδα αργότερα απευθύνθηκα γραπτώς στον επιστήθιο φίλο Λέλλο Δημητριάδη, επισημαίνοντας του τις παραλείψεις και τα σφάλματα. Η επιστολή συνοδεύτηκε από επίσημα έγγραφα, τα οποία μαρτυρούν τις καταβολές της Λαϊκής Γειτονιάς, το αρχικό όραμα και τον ρόλο των συνεργατών μου στο εγχείρημα.
Τόσο η επιστολή όσο και τα τεκμηριωτικά έγγραφα έχουν δημοσιευθεί στο βιβλίο Το προσφυγικό πρόβλημα (Λευκωσία, 2008), το οποίο επιμελήθηκε ο επί σειρά ετών (1964-1984) Γενικός Διευθυντής του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Μίκης Σπαρσής.
Όπως επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, η ενέργεια μου οφείλετο στην απαίτηση των συνεργατών μου για την αποκατάσταση της αλήθειας ως προς τη σύλληψη της ιδέας για τη δημιουργία της Λαϊκής Γειτονιάς και την υλοποίηση του έργου.
*Πρώην υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πρώην πρόεδρος Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας