Οι έντονες αντιδράσεις της Άγκυρας στις πρωτοβουλίες της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδος, συνδέονται με τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις, τις αναπροσαρμογές που γίνονται στην τουρκική ακολουθούμενη πολιτική αλλά το γεγονός ότι η κατοχική δύναμη φαίνεται να  επείγεται στα ευρωτουρκικά, θεωρώντας ότι σε αυτό το τελευταίο, η Λευκωσία είναι εμπόδιο.

Είναι προφανές ότι οι τουρκικές ρητορικές εξάρσεις, οι απειλές που εκτοξεύονται, επιβεβαιώνουν πως οι σχεδιασμοί Λευκωσίας και Αθήνας επηρεάζουν τις τουρκικές επιδιώξεις στην περιοχή. Την ίδια ώρα, εκτιμάται ότι η Άγκυρα ανησυχεί για την επόμενη ημέρα του πολέμου στο Ιράν. Κι αυτό γιατί,  κατά τις εκτιμήσεις του επιτελείου Ερντογάν, δεν αποκλείεται  η νέα αντιπαράθεση να είναι μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ. Εξ ου και η αντίδραση και τα σενάρια που προωθούνται, οι εντυπώσεις οι οποίες δημιουργούνται, για τη συνεργασία Κύπρου, Ελλάδος και Ισραήλ.

Αναπροσαρμογή τακτικής

Καθίσταται σαφές ότι η τουρκική εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει πίστα. Για πολλά χρόνια, η βασική επιδίωξη ήταν να πάρει η Τουρκία την πρωτοκαθεδρία στα μουσουλμανικά κράτη, να είναι ο προστάτης των λαών αυτών και ο Ερντογάν να θεωρείται  ο «πατερούλης» τους. Ο ρόλος αυτός, θα καθιστούσε την κατοχική δύναμη σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη.  Το εγχείρημα τούτο φαντάζει δύσκολο καθώς πολλές ισχυρές μουσουλμανικές χώρες, κυρίως αραβικές, δεν ευνοούν την όποια πρωτοκαθεδρία της Άγκυρας. Έχοντας αυτά τα δεδομένα ενώπιον της, η  Τουρκία αντιλαμβανόμενη και  τις ραγδαίες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, αναζητά πρωταγωνιστικό ρόλο, ευρύτερα και πέραν του μουσουλμανικού κόσμου.  Επιδιώκει ρόλο ισχυρού, υπολογίσιμου από όλους, γεωπολιτικού παίκτη. Να συνομιλεί και να υπολογίζεται ως ισότιμος συνομιλητής με τις ΗΠΑ κι άλλες ισχυρές δυνάμεις. Αυτή η προσπάθεια ενισχύεται  και με την πρόδηλη επεκτατική πολιτική της στην Αφρική, Μέση Ανατολή, Καύκασο και  Βαλκάνια.  Προς επιβεβαίωση των πιο πάνω και οι αναφορές  Ερντογάν, στο τελευταίο υπουργικό συμβούλιο. Υποστήριξε ότι διαμορφώνεται μια νέα παγκόσμια τάξη, στην οποία ενισχύεται η σημασία των περιφερειακών συνεργασιών, αναδεικνύονται νέοι δρώντες και το διεθνές σύστημα εξελίσσεται ταχύτατα προς την πολυπολικότητα. Αναφερόμενος στην Τουρκία, εξέφρασε την άποψη ότι αυτή συγκαταλέγεται μεταξύ των ισχυρότερων χωρών που μπορούν να αποτελέσουν έναν από τους βασικούς πόλους του νέου αυτού συστήματος.

Σε αυτή την προσπάθεια της,  η Τουρκία  δεν θέλει, λοιπόν,  κινήσεις που ενδέχεται να επηρεάσουν τις επιδιώξεις της. Ενοχλείται σφόδρα με τις συμμαχίες Ελλάδος και Κύπρου, επειδή δεν θέλει αναβάθμιση τους, καθώς τούτο μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στα δικά της σχέδια. Μεταξύ άλλων, δεν θέλει άλλη δύναμη, του βεληνεκούς της Γαλλίας, να σταθμεύει με δυνάμεις στην Κύπρο.

Η συμφωνία που θα υπογράψει Κύπρος και Γαλλία τον Ιούνιο, για μόνιμη γαλλική παρουσία στο νησί, καλύπτει εκ των πραγμάτων  τη Λευκωσία και στα θέματα της ασφάλειας. Η προβολή της στρατιωτικής ισχύος από μέρους της Τουρκίας, αποτελούσε μονίμως φόβητρο για την Κύπρο κι αυτό λειτουργούσε σε βάρος και της διαχείρισης του Κυπριακού. Υπενθυμίζεται η έντονη αντίδραση της Τουρκίας όταν, μετά από έκκληση του Προέδρου Χριστοδουλίδη, έφθασαν για ενίσχυση της ασφάλειας της Κύπρου, ναυτικές δυνάμεις, μεταξύ άλλων, από Ελλάδα, Γαλλία.

Υπενθυμίζεται ότι το υπουργείο Άμυνας της κατοχικής δύναμης, αντιδρώντας στην επικείμενη υπογραφή συμφωνίας Κύπρου- Γαλλίας έσπευσε να στείλει «συστημένες» προειδοποιήσεις: «…τέτοιες πρωτοβουλίες θα μπορούσαν επίσης να δημιουργήσουν μελλοντικούς κινδύνους ασφαλείας για την Ελληνοκυπριακή Διοίκηση ( σ.σ. εννοεί Κυπριακή Δημοκρατία)  και ότι θα πρέπει να αποφεύγονται βήματα που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την περιφερειακή σταθερότητα»

Είναι, όμως, οι απειλές από την Τουρκία μόνο ρητορικές; Είναι ένας συνδυασμός, ρητορικών απειλών αλλά και κινήσεων που δεν αποκλείουν το χειρότερο σενάριο. Γι αυτό και τόσο η Κύπρος όσο και η Ελλάδα λειτουργούν έχοντας υπόψη και τα δυο σενάρια. Είναι σαφές, για όσους παρακολουθούν τις τουρκικές κινήσεις, ότι τεντώνει το σχοινί και σε τέτοιες περιπτώσεις κανείς δεν είναι σίγουρος ότι δεν θα κοπεί.

Τα ευρωτουρκικά

Η Τουρκία, αν και για μια περίοδο παρουσιαζόταν να ενδιαφερόταν στη δημιουργία ενός άξονα μουσουλμανικών και τουρκογενών κρατών, έχοντας παγώσει εν πολλοίς τις δράσεις της στα ευρωτουρκικά, τώρα φαίνεται να διαφοροποιείται. Χωρίς να εγκαταλείπει ποσώς το πεδίο των τουρκογενών επανέρχεται δριμύτερα στα ευρωτουρκικά. Γι αυτό και αντιδρά υποστηρίζοντας ότι στο δρόμο προς την Ευρώπη εμπόδιο είναι η Κυπριακή Δημοκρατία.

 Είναι σαφές πως η Άγκυρα επιδιώκει να βρίσκεται σε τροχιά συζητήσεων με την Ε.Ε., γνωρίζοντας τις δυσκολίες και τα προβλήματα. Οι σχέσεις, όμως, είναι και οικονομικές, σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την Τουρκία. Σημειώνεται ότι ο Τούρκος ΥΠΕΞ ανέφερε προ ημερών  ότι ο όγκος εμπορίου Τουρκίας–ΕΕ προσεγγίζει τα 250 δισ. δολάρια, εκτιμώντας ότι με την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης μπορεί να φτάσει τα 500 δισ. δολάρια. Περαιτέρω, η τουρκική οικονομία, λόγω του πολέμου στο Ιράν έχει σημαντικό κόστος. Έντονες είναι οι πληθωριστικές πιέσεις.  Σύμφωνα με στοιχεία  της τουρκικής στατιστικής υπηρεσίας Turkstat, ο πληθωρισμός τον Απρίλιο επιταχύνθηκε στο 32,4% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του περασμένου έτους, ενώ τον Μάρτιο βρισκόταν στο 30,9%. Την ίδια ώρα διαπιστώνονται και εκροές κεφαλαίων, ως αποτέλεσμα της αβεβαιότητας, που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν.

Επαναπροσέγγιση

Πώς εννοεί, όμως, η Άγκυρα την επαναπροσέγγιση με την Ε.Ε.; Ο Ερντογάν με αλαζονική, πατερναλιστική συμπεριφορά σπεύδει να παρουσιάσει την Ε.Ε. να έχει ανάγκη την Τουρκία και όχι το αντίθετο.  «Σήμερα η ανάγκη της Ευρώπης για την Τουρκία είναι μεγαλύτερη από την ανάγκη της Τουρκίας για την Ευρώπη, και στο μέλλον αυτή η ανάγκη θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο», υποστήριξε, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Απαντώντας και σε πρόσφατη δήλωση της Προέδρου της Κομισιόν, είπε πως «πρέπει πλέον να γίνει κατανοητό ότι μια Ε.Ε. χωρίς την πλήρη συμμετοχή της Τουρκίας δεν μπορεί να αποτελέσει παγκόσμιο παράγοντα ούτε κέντρο έλξης. Δεν είμαστε μια χώρα που θα θυμούνται μόνο όταν υπάρχει ανάγκη, που θα χτυπούν την πόρτα της όταν τη χρειάζονται και θα την παραμερίζουν τις υπόλοιπες στιγμές — ούτε πρόκειται να γίνουμε ποτέ».

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, ήταν πιο συγκεκριμένος σε σχέση με την Κύπρο. Σε δηλώσεις του στη Βιέννη, ανέφερε ότι «μια χώρα με πληθυσμό κάτω του ενός εκατομμυρίου» δεν  μπορεί να εμποδίζει μια μεγάλη στρατηγική προοπτική για την Ευρώπη. Και εννοούσε την Κύπρο, παραδεχόμενος ότι τα ευρωτουρκικά συνδέονται με το Κυπριακό. Αλλά και με μια σειρά ζητήματα, όπως τα δημοκρατικά ελλείματα.

Είναι προφανές πως οι σχέσεις Ε.Ε.- Τουρκίας περνούν και  από το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά. Αυτό δεν θέλει να το αντιληφθεί η Άγκυρα. Διαχρονικά θεωρεί πως μπορεί να κάνει παιχνίδι με την Ευρώπη αφήνοντας σε εκκρεμότητα τα δυο αυτά κεφάλαια ( Κυπριακό και ελληνοτουρκικά). Δεν θέλει να εισέλθει σε μια πορεία πλήρους εκτόνωσης και συνεννόησης καθώς οι επιδιώξεις της αναβαθμίζονται συνεχώς και στοχεύουν στο να υποτάξουν πλήρως Ελλάδα και Κύπρο, διά του μοντέλου της φιλανδοποίησης.

Η ουσία βρίσκεται και στα όσα ανέφερε ο ηγέτης του ακροδεξιού κόμματος MHP, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, που είναι και κυβερνητικός εταίρος του Ερντογάν. Ο Μπαχτσελί υποστήριξε ότι «το Κυπριακό πρέπει να αξιολογείται σε αυτό το πλαίσιο. Η Κύπρος δεν είναι απλώς ένα διαπραγματευτικό θέμα, αλλά ζήτημα στρατηγικού βάθους, θαλάσσιων ζωνών, ύπαρξης των Τουρκοκυπρίων και ιστορικής μνήμης». Αυτή είναι η αντίληψη του τουρκικού καθεστώτος για την Κύπρο.

Η επιμονή της Λευκωσίας στην αυτονόμηση της Ευρώπης

και οι συζητήσεις αξιοποίησης των κυπριακών υποδομών

Οι τελευταίες εξελίξεις στην περιοχή, ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, η πτώση drone στη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι, η αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να έχει ρόλο και να υπερασπιστεί συλλογικά τα συμφέροντά της, έχουν θέσει πιο πιεστικά το θέμα της αυτονόμησης της Ευρώπης, την  απεξάρτησης της στο πεδίο της ασφάλειας και της άμυνα. Ενόψει των νέων δεδομένων, που διαμορφώνονται, η Κύπρος, που προεδρεύει αυτό το εξάμηνο της Ε.Ε., έχει αναπτύξει πρωτοβουλίες, το πήρε ζεστά και αξιοποιώντας το θεσμικό της ρόλο, της προεδρεύουσας,  θέτει μονίμως στην ατζέντα τα ζητήματα αυτά. Στο πλαίσιο αυτό τίθεται και το θέμα της ενίσχυσης της ρήτρας περί αμοιβαίες συνδρομής στη βάση του άρθρου 42,7 της ΣΕΕ.

Η ανάγκη να υπάρξουν αποτελέσματα, υπό το φως και των σημερινών γεωπολιτικών δεδομένων, είναι ψηλά στις προτεραιότητες. Η εξίσωση δεν είναι εύκολη. Οι περισσότερες χώρες της Ε.Ε. ανήκουν και στο ΝΑΤΟ, το οποίο βρίσκεται, λόγω Τραμπ, με την… πλάτη στον τοίχο.

Η Λευκωσία, για προφανείς λόγους,  έχει κάθε λόγο οι συζητήσεις εντός της Ε.Ε. να προχωρήσουν. Και φαίνεται πως, παρά τις όποιες διαφορετικές προσεγγίσεις, υπάρχει συναντίληψη για τον τελικό στόχο.

Σημειώνεται πως ο  Πρόεδρος Χριστοδουλίδης ήταν ο συντονιστής κατά τη διάρκεια του διαδραστικού πάνελ με θέμα «Διατηρώντας την ευρωπαϊκή ενότητα και συνοχή σε περιόδους πολλαπλών κρίσεων», στο πλαίσιο της Συνόδου της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας (ΕΠΚ) που πραγματοποιήθηκε  την περασμένη εβδομάδα στο Ερεβάν, της Αρμενίας. Στο πάνελ συμμετείχαν επίσης οι ηγέτες της Ιταλικής Δημοκρατίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Βορείου Ιρλανδίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέφερε στη διάρκεια της συζήτησης  πως βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια θεμελιώδη μεταβολή στον τομέα της ασφάλειάς μας. Όπως ανέφερε, από τον συμβατικό πόλεμο έως τις υβριδικές απειλές, οι σημερινές προκλήσεις δεν σταματούν στα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αφορούν ολόκληρη την ήπειρο και απαιτούν μια ενιαία ευρωπαϊκή απάντηση.

Την ίδια ώρα, από τη Λευκωσία προβάλλονται και τα πλεονεκτήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ενόψει τούτου, το θέμα της αξιοποίησης, της αεροπορικής βάσης «Ανδρέας Παπανδρέου» στην Πάφο και της ναυτικής στο Μαρί  «Ευάγγελος Φλωράκης», από την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συζητηθεί μεταξύ του Προέδρου Χριστοδουλίδη  και του Ευρωπαίου Επιτρόπου για την Άμυνα, κ. Άντριους Κουμπέλιους Κατά τη συνάντηση, η οποία πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα, στο περιθώριο του Συνεδρίου DEFEA, στην Αθήνα, συζητήθηκε συγκεκριμένα  η αναβάθμιση των υποδομών και η χρήση τους  από ευρωπαϊκές και άλλες χώρες. Ως γνωστό, τα θέματα των υποδομών  της Κύπρου, αποτελούν θέμα συζήτησης σε διμερές επίπεδο, με εταίρους μας στην Ε.Ε. ( Γαλλία), αλλά και με τις ΗΠΑ.

Παράλληλα, η προσοχή των ευρωπαϊκών κρατών, που εσχάτως στρέφονται προς την αμυντική τους ενίσχυση, είναι στο χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE, από το οποίο η Κύπρος  θα αντλήσει ποσό 1,18 δισεκατομμύρια ευρώ. Το  SAFE ενδιαφέρει και την κατοχική Τουρκία και επιχειρεί συμμετοχή της μέσω ευρωπαϊκών εταιρειών. Το τουρκικό ενδιαφέρον είναι και γεωστρατηγικό, για συμμετοχή στη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης και οικονομικό ( πωλήσεις οπλικών συστημάτων).