Στην περίοδο που ακολούθησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η διάδοση και η γενίκευση των εκλογικών διαδικασιών, παγκοσμίως υπήρξε πρωτοφανής. Σήμερα, διεξάγονται άμεσες εκλογές για τα εθνικά κοινοβούλια, περίπου στο 95% των υφιστάμενων κυρίαρχων κρατών του κόσμου. Τα στοιχεία είναι εντυπωσιακά. Σύμφωνα με τον διακυβερνητικό οργανισμό IDEA [International Institute for Democracy and Electoral Assistance], στον διεθνή εκλογικό «υπερκύκλο» του 2024, διενεργήθηκαν συνολικά 74 εθνικές εκλογές, σε 62 χώρες. Ψήφισαν 1,65 δισεκατομμύρια άνθρωποι, ενώ ο παγκόσμιος μέσος όρος της συμμετοχής, ανήλθε σε 61%.
Στο μεγαλύτερο μέρος τους – 60% των περιπτώσεων – οι εκλογές δεν αμφισβητούνται. Ταυτόχρονα, όμως, θεωρούνται ελεύθερες και δίκαιες, σε λιγότερο από το 40% των περιπτώσεων. Η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας και της εγκυρότητάς τους, αυξάνεται αργόσυρτα και, αντίστροφα, η εκλογική συμμετοχή, παγκοσμίως, μειώνεται (Διάγραμμα 1).

Οι διεθνείς οργανισμοί, που ασχολούνται με το εκλογικό φαινόμενο, διαπιστώνουν στις εκθέσεις τους ότι η ποιότητα, η ακεραιότητα και η εμπιστοσύνη των πολιτών στις εκλογικές διαδικασίες, βρίσκονται, εδώ και δύο δεκαετίες, σε φθίνουσα πορεία. Πολλές εκλογές είναι σοβαρά «ατελείς» και δεν πληρούν τα διεθνή πρότυπα, υποσκάπτοντας έτσι τη δημοκρατική νομιμότητα.
Ο σημαντικός δείκτης «αξιοπιστίας εκλογών» του IDEA λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση της ποιότητας της αντιπροσώπευσης σε όλο τον κόσμο (Διάγραμμα 2). Με βάση αυτόν προκύπτει, ότι στο τέλος του 2023, 39 χώρες (22,5% των χωρών που παρακολουθούνται) είχαν χειρότερες επιδόσεις στη διεξαγωγή εκλογών, σε σύγκριση με το 2018. Σε αυτές, δεν περιλαμβάνονται μόνον χώρες όπως η Λευκορωσία και η Νικαράγουα, αλλά και χώρες όπως η Γερμανία και η Νέα Ζηλανδία. Μεταξύ των 39 χωρών που κατέγραψαν σημαντική πτώση στον δείκτη, οι 38 παρουσίασαν αυξανόμενα επίπεδα κυβερνητικού εκφοβισμού, 33 παρουσίασαν υψηλότερα επίπεδα παρατυπιών στην εκλογική διαδικασία, 30 επέβαλαν περιορισμούς στην αυτονομία και 29 παρουσίασαν κάμψη της δραστηριότητας των ανεξάρτητων αρχών εποπτείας των εκλογών. Ο συνδυασμός κυβερνητικών εκφοβισμών, κατά των υποψηφίων της αντιπολίτευσης, και επιθέσεων, κατά των θεσμών που εγγυώνται ελεύθερες και δίκαιες εκλογικές διαδικασίες (εκλογικές αρχές και δικαστήρια), αποτελεί σοβαρή απειλή για την αξιοπιστία των εκλογών.Επιβεβαιώνοντας αυτές τις διαπιστώσεις, η Παγκόσμια Έκθεση για την Εκλογική Ακεραιότητα του 2025 καταλήγει, ότι η ποιότητα των εκλογών μειώθηκε σε 33 από τις 54 χώρες (6 στις 10), που αξιολογήθηκαν κατά τη διάρκεια του κύκλου του 2024.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του IDEA για το 2024, 1 στους 3 ψηφοφόρους στον κόσμο ζούσε σε χώρα, όπου η ποιότητα των εκλογών έχει υποβαθμιστεί, σε σχέση με πριν. Οι χώρες όπου σημειώνεται καθαρή επιδείνωση των δημοκρατικών επιδόσεων υπερτερούν αριθμητικά κατά πολύ εκείνων που έχουν σημειώσει βελτίωση. Συνολικά, 4 στις 9 βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση. Το φαινόμενο έχει αποκτήσει μεγάλες διαστάσεις.
Η αμφισβήτηση των εκλογών λαμβάνει διάφορες μορφές. Από το 2000 μέχρι σήμερα, πληθαίνει εντυπωσιακά ο αριθμός των εκλογών σε όλο τον κόσμο, που αντιμετώπισαν σημαντικές προκλήσεις· εκλογές, που οδήγησαν από νομικές διενέξεις, μέχρι την αποχή και το μποϊκοτάζ, σε μαζικές και βίαιες διαδηλώσεις, σε πολιτικές κρίσεις, σε διεθνή μη-αναγνώριση των αποτελεσμάτων, σε ακυρώσεις αναμετρήσεων, ακόμη και σε στρατιωτικά πραξικοπήματα. Χαρακτηριστικά, από το σύνολο των (74) εκλογών, που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του 2024, στο 12% σημειώθηκε μποϊκοτάζ της αντιπολίτευσης, στο 15% κόμματα ή υποψήφιοι που έχασαν, απέρριψαν δημόσια τα αποτελέσματα, ενώ στο 26% των περιπτώσεων, οι εκλογές προκάλεσαν εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες. Τέλος, στο 18% των εκλογών (13 περιπτώσεις) σημειώθηκαν περιστατικά βίας που κατέληξαν σε θανάτους αμάχων (Διάγραμμα 3). Οι επτά περιπτώσεις θανατηφόρας βίας αφορούν την Αφρική, ενώ από τις έντεκα χώρες, όπου οι ηττημένοι απέρριψαν το εκλογικό αποτέλεσμα, τέσσερις βρίσκονται στην Ευρώπη και άλλες τέσσερις στην Αφρική.

Στην περίοδο 2020-2024, διεξήχθησαν τουλάχιστον 221 εθνικές εκλογές σε 159 χώρες. Σε συνάρτηση με τον αυξανόμενο αριθμό επιθέσεων κατά της αξιοπιστίας των εκλογών, με πιο εμφανή παραδείγματα τη Βραζιλία και τις ΗΠΑ, τα διαθέσιμα δεδομένα του IDEA δείχνουν, ότι οι αμφισβητούμενες εκλογές είναι πλέον αρκετά συχνές και σχεδόν μία στις πέντε από αυτές (19,5%) αμφισβητήθηκε δικαστικά.Γεγονός είναι, ότι αξιοσημείωτη μείωση της διαφάνειας και της νομιμοποίησης των εκλογών, δεν παρατηρείται μόνο στις αναδυόμενες, αλλά και στις καθιερωμένες δημοκρατίες. Η επιδείνωση, δηλαδή, δεν αφορά μόνο τις χώρες του Παγκόσμιου Νότου αλλά, σε σημαντικό βαθμό, και την Ευρώπη και την Αμερική. Τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα: ΗΠΑ (2000), Ουκρανία (2004), Μεξικό (2006), Κένυα (2007), Ιράν (2009), Μολδαβία (2009), Ινδονησία (2009), Βενεζουέλα (2013), Αυστρία (2016), ΗΠΑ (2016), Κένυα (2017), Αλβανία (2017), Λαϊκές Δημοκρατίες του Ντoνέτσκ και του Λουχάνσκ (2018), Βενεζουέλα (2018) Βολιβία (2019), Ινδονησία (2019), Λευκορωσία (2020), ΗΠΑ (2020), Μιανμάρ (2020), Σερβία (2020), Ουγκάντα (2021), Βραζιλία (2022), Νιγηρία (2023), Γκαμπόν (2023), Σερβία (2023), Μπανγκλαντές (2024), Βενεζουέλα (2024), Ρουμανία (2024), Ινδονησία (2024), Γεωργία (2024), Αλβανία (2025), Λευκορωσία (2025).[6] Και βέβαια, δεν είναι άσχετο το γεγονός, ότι αυτή η κρίση των εκλογών τροφοδοτεί παντού ένα αντικυβερνητικό κλίμα. Το 2024 περιγράφηκε ως «νεκροταφείο για τους κυβερνώντες». Σε όλες σχεδόν τις μεγάλες δημοκρατίες, τα κόμματα που βρίσκονται στην κυβέρνηση έχασαν έδρες και είδαν το ποσοστό των ψήφων τους να μειώνεται σημαντικά.
Ξένες εκλογικές επεμβάσεις στη σύγχρονη εποχή
Ένας βασικός λόγος για τον οποίο κλιμακώνεται η αμφισβήτηση των εκλογών παγκοσμίως, αφορά και τις ξένες εκλογικές επεμβάσεις στη σύγχρονη εποχή. Διαπιστώνει κανείς ότι, μεταπολεμικά, τόσο στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και στην μεταψυχροπολεμική που την διαδέχθηκε, οι ξένες εκλογικές επεμβάσεις, κάθε άλλο παρά αποτελούν σπάνιο φαινόμενο, καθώς αφορούν 1 στις 9 εθνικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν παγκοσμίως.
Σύμφωνα με μια παλαιότερη μελέτη, εξωτερικές δυνάμεις έχουν προσπαθήσει, με κάποια επιτυχία, να επηρεάσουν το αποτέλεσμα περισσότερων από 120 εθνικών εκλογών, που πραγματοποιήθηκαν σε 66 τρίτες χώρες, μεταξύ 1960 και 2006. Αυτό σημαίνει – κατά μέσο όρο- πάνω από 2,5 παρεμβάσεις ανά έτος. Αναφέρουν χαρακτηριστικά οι συγγραφείς της:
** «Οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ιράν, η Συρία και η Σαουδική Αραβία ανταγωνίστηκαν για επιρροή στις πρόσφατες εκλογές στο Ιράκ και τον Λίβανο.
**Η Ρωσία άσκησε πίεση στη Γεωργία, την Ουκρανία και τα κράτη της Κεντρικής Ασίας στα σύνορά της, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες κατηγορούνται από καιρό για ανάμιξη στις εκλογές σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική».
Το βιβλίο του Dov Levin, Meddling in the Ballot Box, αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη ανάλυση των ξένων επεμβάσεων των Μεγάλων Δυνάμεων, σε εκλογικές αναμετρήσεις της μεταπολεμικής εποχής. Ο Levin δείχνει στο βιβλίο του, ότι οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση (και στη συνέχεια η Ρωσία) συμμετείχαν, από το 1946 έως το 2000, σε 117 εκλογικές επεμβάσεις, για να βοηθήσουν ή να εμποδίσουν πολιτικά κόμματα και υποψηφίους, που θεωρήθηκαν, αντίστοιχα, σύμμαχοι ή επικίνδυνοι για τα εθνικά συμφέροντα των δύο υπερδυνάμεων του Ψυχρού Πολέμου. Οι ΗΠΑ υπήρξαν για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ο κύριος εκφραστής αυτής της πολιτικής.
Οι εκλογικές επεμβάσεις τους αντιπροσωπεύουν το 69% (81 περιπτώσεις) του συνόλου και εκείνες της Σοβιετικής Ένωσης (και της Ρωσίας), το 31% (36 περιπτώσεις). Ο συγγραφέας διακρίνει τις επεμβάσεις σε συγκαλυμμένες (covert), όπως η χρηματοδότηση ή η παραπληροφόρηση, και φανερές (overt), όπως δημόσιες απειλές ή υποσχέσεις βοήθειας.
Υπολογίζει δε, ότι οι επεμβάσεις αυξάνουν το ποσοστό των ευνοούμενων κομμάτων/υποψηφίων, κατά μέσο όρο κατά 3%, ποσοστό συχνά αρκετό για να καθορίσει τον νικητή. Αξίζει να σημειωθεί, ότι τις τελευταίες δεκαετίες, οι φανερές επεμβάσεις τείνουν να είναι πιο αποτελεσματικές από τις συγκαλυμμένες.
Η εντυπωσιακή έκταση των σύγχρονων εκλογικών επεμβάσεων τεκμηριώνεται και σε ένα άλλο πρόσφατο βιβλίο, όπου εξετάζονται, συνολικά, 262 εκλογές σε 157 χώρες από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (1945-2012).
Το συμπέρασμα των συγγραφέων είναι, ότι κάποιο είδος εκλογικής παρέμβασης υπήρξε στο 65% των εκλογών του δείγματός τους (170 από τις 262 εκλογές συνολικά). Αυτές, στο 52% των εκλογών, αφορούν παρεμβάσεις στην εκλογική διαδικασία και, στο 33% των εκλογών, παρεμβάσεις που στοχεύουν συγκεκριμένους υποψηφίους. Και οι δύο τύποι παρεμβάσεων είναι παρόντες στο 20% των περιπτώσεων.
Γιατί υποχωρεί η εκλογική συμμετοχή
Η σύγχρονη τάση αμφισβήτησης των εκλογών σε παγκόσμια κλίμακα συμβαδίζει, με την μακροχρόνια τάση κάμψης της κοινωνικής συμμετοχής στις εκλογές και την αύξηση της αποχής (Διάγραμμα 1). Η προϊούσα συρρίκνωση της εκλογικής συμμετοχής συνιστά τη σοβαρότερη εκδήλωση της κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, πλήττοντας την ίδια τη βάση της, τις εκλογές. Το φαινόμενο παρατηρείταιευδιάκριτα και στην Κύπρο (όπως και στην Ελλάδα). Δεν πρόκειται φυσικά για κάποια μεμονωμένη εθνική ιδιομορφία. Ο κυπριακός πολιτικός κύκλος συντονίζεται, σήμερα, με αντίστοιχους εθνικούς πολιτικούς κύκλους αρκετών χωρών, συγκλίνοντας με τη παγκόσμια τάση.
Η εκλογική συμμετοχή στην Κύπρο παρατίθεται στο Διάγραμμα 4. Περιλαμβάνει τον αριθμό των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων και τον αριθμό των ψηφισάντων, σε όλες τις μορφές εκλογικής αναμέτρησης. Η διαφορά αποτυπώνει την αποχή σε αριθμό ψηφοφόρων. Η απόκλιση εγγεγραμμένων/ψηφισάντων είναι ακόμη μεγαλύτερη, εάν συνυπολογιστούν στο εκλογικό σώμα και οι μη-εγγραφέντες στους εκλογικούς καταλόγους, κυρίως νέοι ψηφοφόροι.[10] Παραβλέποντας τις εκλογές για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο που θεωρούνται «εκλογές β’ τάξης» (second-order elections) -ως μορφή εκλογικής αναμέτρησης προστίθενται στην Κύπρο από το 2004-, η συμμετοχή στις βουλευτικές και τις προεδρικές εκλογές αυξήθηκε συνεχώς από το 1976, όταν ψήφισαν 234.200 πολίτες, μέχρι τις Προεδρικές του 2008, όταν το ενεργό ελληνοκυπριακό εκλογικό σώμα διπλασιάστηκε και προσέγγισε το ιστορικό του μέγιστο, 462.847 ψηφίσαντες. Έκτοτε, η τάση αντιστρέφεται, και η πτωτική πορεία της εκλογικής συμμετοχής -με διακυμάνσεις- συνεχίζεται μέχρι σήμερα, χωρίς ενδείξεις αντιστροφής. Στις τελευταίες τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, οι ψηφοφόροι που επέλεξαν συνειδητά (ή υποχρεώθηκαν για αντικειμενικούς λόγους) να απέχουν, ανήλθαν στις Βουλευτικές του 2021, σε 191.000 (34,3%), στις Προεδρικές του 2023, σε 157.000 (28%) και στις Ευρωεκλογές του 2024, σε 166.000 (41,1%).

Οι παράγοντες που ερμηνεύουν την απομάκρυνση των πολιτών από την εκλογική διαδικασία είναι πολλαπλοί. Αν και ο βαθμός επιρροής τους διαφέρει, ανάλογα με τη χώρα και την περιοχή, εντούτοις, από την επισκόπηση της εκτεταμένης διεθνούς βιβλιογραφίας προκύπτουν κάποιες ευδιάκριτες γενικές τάσεις. Η αυξανόμενη οικονομική ανισότητα οδήγησε στη συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων, για σημαντικά τμήματα του πληθυσμού, οξύνοντας τις κοινωνικές διαιρέσεις και μειώνοντας την εμπιστοσύνη στο δημοκρατικό σύστημα. Η εκτεταμένη διαφθορά του κρατικού μηχανισμού, υπονόμευσε τη νομιμότητα των δημοκρατικών κυβερνήσεων και ενίσχυσε την κοινωνική αποδοκιμασία τους. Η εδραιωμένη κοινωνική πεποίθηση, ότι οι πολιτικοί και οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι δεν ενεργούν με γνώμονα το συμφέρον του κοινού, οδηγεί σε έλλειψη εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς. Η σοβαρή αποδυνάμωση της αντιπροσωπευτικής λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων και η απομάκρυνση των πολιτών, ιδίως των νέων από αυτά, είναι σίγουρα ένας πρόσθετος βασικός παράγοντας.
Υπάρχουν και άλλοι λόγοι, που στα πλαίσια του παρόντος άρθρου μπορούν να αναφερθούν μόνον επιγραμματικά και χωρίς ιεράρχηση: Ένας από αυτούς είναι η λεγόμενη «κόπωση» του εκλογικού σώματος. Από το 1959 μέχρι και τις φετινές βουλευτικές, μέσα σε 67 χρόνια, έχουν διεξαχθεί στην Κύπρο συνολικά 43 εκλογικές αναμετρήσεις όλων των τύπων -Προεδρικές, Βουλευτικές, Ευρωεκλογές, Δημοτικές/περιφερειακές, Αρχιεπισκοπικές, Δημοψήφισμα.
Η πυκνότητα με την οποία διεξάγονται, μάλιστα όλο και συχνότερα χωρίς διακριτό ή σαφές διακύβευμα, μπορεί να οδηγήσει σε κορεσμό και μείωση του πολιτικού ενδιαφέροντος. Η έλλειψη -αντίστροφα- μορφών άμεσης δημοκρατίας, όπως είναι τα δημοψηφίσματα για τα μείζονα πολιτικά ζητήματα, ενδέχεται επίσης να λειτουργεί αποτρεπτικά για την εμπλοκή των πολιτών. Επίδραση ασκούν ακόμη κάποιες κοινωνικές και δημογραφικές μεταβολές, όπως είναι η αποδυνάμωση των κοινωνικών δεσμών ή η γενεακή αντικατάσταση.Παλαιότερα, η συμμετοχή συνδεόταν έντονα με ισχυρούς κοινωνικούς θεσμούς (συνδικάτα, εκκλησία, τοπικές κοινότητες). Η χαλάρωση των δεσμών με αυτούς έχει μειώσει την κοινωνική πίεση για συμμετοχή. Από την άλλη, οι νεότερες γενιές τείνουν να ψηφίζουν λιγότερο από τις παλαιότερες. Ενώ οι παλαιότεροι έβλεπαν την ψήφο ως καθήκον, οι νεότεροι την αντιμετωπίζουν συχνά ως μια επιλογή ανάμεσα σε πολλές μορφές δράσης. Τα κοινωνικά κινήματα (αν και αδύναμα στην Κύπρο) και ο ακτιβισμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συνιστούν εναλλακτικές μορφές πολιτικής συμμετοχής. Στα προηγούμενα θα πρέπει να συνυπολογιστούν και τα θεσμικά, γραφειοκρατικά εμπόδια, που σκόπιμα υπονομεύουν ή δυσχεραίνουν την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος, στην προσπάθεια χειραγώγησης των εκλογών.
Κύπρος: Από «Φιλελεύθερη», «Εκλογική» δημοκρατία
Με βασικό (όχι αποκλειστικό) κριτήριο την ποιότητα των εκλογών, το Ινστιτούτο V-Dem του πανεπιστημίου του Gothenburg, έχει καθιερώσει μια τυπολογία του συνόλου των υφιστάμενων ανά τον κόσμο κρατών, σε έξι κατηγορίες καθεστώτων.
Στην ετήσια έκθεση του 2024, το Ινστιτούτο διαπιστώνει, ότι για πρώτη φορά τα τελευταία 20 χρόνια εμφανίζονται στον κόσμο λιγότερες δημοκρατίες (88 κράτη), από ό,τι απολυταρχίες ή αυταρχικά καθεστώτα (91 κράτη). Παράλληλα, οι πραγματικά φιλελεύθερες δημοκρατίες (Liberal Democracies), σε αντιδιαστολή με τις εκλογικές δημοκρατίες (Electoral Democracies) έχουν αναδειχθεί στον λιγότερο συνηθισμένο τύπο καθεστώτος στον κόσμο, αριθμώντας το 2024, μόλις 29 περιπτώσεις, σε σύνολο 179 κυρίαρχων κρατών. Προκύπτει ότι σχεδόν 3 στους 4 κάτοικοι του πλανήτη (72%) διαβιούν σήμερα υπό αυταρχικά καθεστώτα. Το ποσοστό αυτό είναι το υψηλότερο που έχει εμφανιστεί από το 1978.
Επιπρόσθετα, παρατηρούνται και ανησυχητικές απώλειες στην ελευθερία της έκφρασης, ενώ οι «καθαρές εκλογές» (clean elections) μειώνονται. Για τον μέσο πολίτη του κόσμου, το επίπεδο δημοκρατίας έχει υποχωρήσει στα επίπεδα του 1985, ενώ τα δημοκρατικά καθεστώτα, από άποψη οικονομικής ισχύος, βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 50 ετών. Με βάση την κατάταξη του V-DEM το 2023η Κύπρος υποβαθμίσθηκε, από φιλελεύθερη -έως τότε-, σε εκλογική δημοκρατία, όπου παραμένει και σήμερα. Ταυτόχρονα, στην αξιολόγηση του IDEA, μεταξύ 2017 και 2024, η Κύπρος απώλεσε στο επίπεδο της συμμετοχής, 11 θέσεις και από την 28η θέση, βρέθηκε στην 39η.