Η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποιεί ότι ο πόλεμος στο Ιράν απειλεί τη διεθνή επισιτιστική ασφάλεια, καθώς το κόστος παραγωγής πολλών πρώτων υλών και άλλων προϊόντων εκτινάσσεται και ζωτικής σημασίας εξαγωγικές οδοί διακόπτονται. Ιδίως, η πίεση στην προσφορά λιπασμάτων έχει ήδη οδηγήσει την οικονομική δυνατότητα των αγροτών στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας τετραετίας.

Από στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο, ως προς τις χονδρικές τιμές διάθεσης των βασικών λιπασμάτων, προκύπτει ότι η μεγαλύτερη αύξηση τιμών καταγράφεται στα αζωτούχα λιπάσματα.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ουρία, ένα βασικό αζωτούχο λίπασμα, Ουρία πωλείται σήμερα με αύξση έως και 40%, δηλαδή μέχρι και 700 δολάρια τον τόνο, ενώ πριν τον πόλεμο οι τιμές ήταν από 450 έως 500 δολάρια τον τόνο. Σε ασιατικές και αμερικανικές αγορές το ποσοστό αύξησης είναι μεγαλύτερο.

Μεγάλη αύξηση στη χονδρική τιμή καταγράφει και η αμμωνία, σχεδόν 50% σε κάποιες αγορές.

Μικρότερες είναι οι αυξήσεις στον φώσφορο.

Ανησυχούν και οι βιομηχανίες

«Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα επάρκειας για την τρέχουσα περίοδο, δεδομένης της σχετικά υψηλής ευρωπαϊκής παραγωγής, η οποία ιστορικά καλύπτει περίπου το 70% της ευρωπαϊκής ζήτησης, καθώς και των εισαγωγών-ρεκόρ στο τέταρτο τρίμηνο του 2025», δήλωσε στο Euronews εκπρόσωπος της Fertilisers Europe, του ευρωπαϊκού συνδέσμου των εταιρειών – παραγωγών λιπασμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο ίδιος επισήμανε ότι «οι αγρότες δραστηριοποιούνται σε ένα περίπλοκο περιβάλλον και αντιμετωπίζουν πολύ στενά περιθώρια κέρδους. Οι θεσμοί της ΕΕ θα πρέπει να ενισχύσουν τη στήριξη και τη βοήθεια προς τους Ευρωπαίους αγρότες, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι αυτή η στήριξη δεν θα γίνει εις βάρος της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαίων παραγωγών λιπασμάτων», πρόσθεσε στο Euronews ο εκπρόσωπος.

Υπάρχει σοβαρή ανησυχία για τις μελλοντικές καλλιέργειες, ανέφερε στο Euronews και εκπρόσωπος της CropLife Europe, της ευρωπαϊκή ένωσης των βιομηχανιών φυτοπροστασίας και αγροβιοτεχνολογίας.

«Οι Ευρωπαίοι αγρότες λειτουργούν ήδη υπό σημαντική οικονομική και ρυθμιστική πίεση και τα διαδοχικά παγκόσμια σοκ απλώς ρίχνουν λάδι στη φωτιά. Η επισιτιστική ασφάλεια εξαρτάται από την ανθεκτικότητα, που σημαίνει να διασφαλίζεται ότι οι αγρότες έχουν έγκαιρη πρόσβαση σε όλα τα εργαλεία που χρειάζονται για να προστατεύουν τις καλλιέργειες και να διαχειρίζονται τον κίνδυνο, ακόμη και σε περιόδους αστάθειας», τόνισε ο αξιωματούχος.

Γιατί προκαλείται πρόβλημα

Στην καρδιά της τρέχουσας αγροτικής κρίσης βρίσκεται ο στενός δεσμός ανάμεσα στις αγορές ενέργειας και την παραγωγή τροφίμων, επισημαίνει το Euronews.

Το φυσικό αέριο αποτελεί την κύρια πρώτη ύλη για τα αζωτούχα λιπάσματα, οπότε κάθε αστάθεια στον ενεργειακό τομέα μεταφράζεται άμεσα σε υψηλότερο κόστος για τους αγρότες στα χωράφια.

Η τελευταία αξιολόγηση της Παγκόσμιας Τράπεζας επισημαίνει ότι η άνοδος των τιμών καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας, σε συνδυασμό με τη διακοπή των περιφερειακών εξαγωγών, δημιουργεί ένα περιβάλλον μη βιώσιμο για παραγωγούς σε όλο τον κόσμο.

«Καθώς η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων στην ΕΕ βασίζεται κυρίως στο φυσικό αέριο, η εκτόξευση του κόστους του φυσικού αερίου θα επηρεάσει το κόστος παραγωγής λιπασμάτων. Με λίγα λόγια, τα λιπάσματα είναι ενέργεια· όταν αυξάνεται το κόστος της ενέργειας, αυτόματα αυξάνεται και το κόστος των λιπασμάτων», ανέφερε στο Euronews η Fertilisers Europe.

«Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει επί του παρόντος πρόβλημα επάρκειας λιπασμάτων», σημείωσε ο εκπρόσωπος.

Αντίθετα, μια σοβαρή και επιταχυνόμενη κρίση λιπασμάτων πλήττει αυτή τη στιγμή την Ασία και τον Παγκόσμιο Νότο, με σημαντικές ελλείψεις που προκαλούνται από τις διαταραχές στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO).

Ο Δείκτης Τιμών Τροφίμων του FAO έχει επίσης αρχίσει να αυξάνεται ως αντίδραση σε αυτές τις κλιμακούμενες πιέσεις. Αν και ο δείκτης παρακολουθεί ένα «καλάθι» βασικών διατροφικών προϊόντων, το υποκείμενο κόστος των εισροών αποτελεί βασικό παράγοντα για τη μελλοντική πορεία των τιμών.

Αναλυτές σημειώνουν ότι, καθώς αυξάνονται τα μεταφορικά και η εφοδιαστική αλυσίδα στις ζώνες σύγκρουσης γίνεται ολοένα πιο περίπλοκη, η «ασφυξία στα λιπάσματα» θα ωθήσει πιθανότατα τις τιμές των τροφίμων πολύ πάνω από τα τρέχοντα επίπεδα.