Το πολιτικό πλαίσιο των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών διαμορφώνεται υπό το πρίσμα τριών αλληλένδετων κρίσεων — μιας βαθύτατης κρίσης εμπιστοσύνης στους θεσμούς, μιας διευρυμένης κρίσης εκπροσώπησης και μιας λανθάνουσας κρίσης της δημοκρατίας — που, σε συνδυασμό, σχηματίζουν μια εικόνα πολυκρίσης χωρίς ιστορικό προηγούμενο.
1. Η δραματική συρρίκνωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς: Με βάση τον αθροιστικό δείκτη, περισσότεροι από 3 στους 10 δεν εμπιστεύονται κανέναν θεσμό
Η συστηματική μέτρηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης στους θεσμούς καθιερώθηκε στην Κύπρο με τις έρευνες του ΡΙΚ, το 1996. Διαθέτουμε έτσι εμπειρικά δεδομένα σε βάθος 30ετίας, που αποδεικνύουν, ότι η διάβρωσή της είναι διαχρονική και καθολική, ούτε προσωρινή, ούτε περιστασιακή. Η συνεχιζόμενη υποχώρησή της, που καταγράφεται και στη φετινή έρευνα του Μαρτίου 2026, είναι «ορατή δια γυμνού οφθαλμού». Είναι χαρακτηριστικό δε, ότι με βάση τον δείκτη αθροιστικής εμπιστοσύνης (0-10) στους 10 θεσμούς που διερευνώνται, προκύπτει ότι το 35% των πολιτών -δηλαδή περισσότεροι από 3 στους 10- δεν εμπιστεύεται κανέναν. Αντίθετα, μόλις 2% των ερωτηθέντων εμπιστεύεται και τους δέκα. Αυτή η εντυπωσιακή ασυμμετρία -35% έναντι 2%- αντιπροσωπεύει, μια κατάσταση συσσωρευμένης θεσμικής απογοήτευσης και δυσαρέσκειας (institutional disaffection), που υπερβαίνει τα συνήθη επίπεδα κρίσης και προσεγγίζει, μάλλον, αυτά της κατάρρευσης.
Η υποχώρηση αφορά το σύνολο του δημοκρατικού θεσμικού πλαισίου: τόσο (κυρίως) τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς -Βουλή, Πολιτικά κόμματα, Συντεχνίες, Δήμοι-, όσο όμως, πλέον, και τους θεσμούς της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας -Κυβέρνηση, Δημόσια υπηρεσία, Δικαιοσύνη, Αστυνομία-, δηλαδή ακόμη και τον πυρήνα του κράτους Δικαίου. Μόνον η Εθνική Φρουρά και η Εκκλησία εμφανίζουν, σχετικώς, μικρότερη διάβρωση της εμπιστοσύνης τους, παραμένοντας οι πλέον αξιόπιστοι θεσμοί (Διαγράμματα 1 & 2).


Τα πολιτικά κόμματα και η Βουλή καταγράφουν τα χαμηλότερα ποσοστά εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών, 11% και 16% αντίστοιχα. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το συμπέρασμα που προκύπτει από τον συνδυαστικό δείκτη εμπιστοσύνης, σε αυτούς τους δύο θεσμούς: μόλις 7% εμπιστεύονται ταυτόχρονα και τα κόμματα και τη Βουλή, ενώ αντίθετα, το 74%, δηλαδή 3 στους 4 πολίτες δυσπιστούν απέναντι και στους δύο. Αυτό το δεδομένο μάλλον συνιστά απόδειξη, ότι η αντιπροσωπευτική λογική της νομοθετικής εξουσίας -η σχέση πολιτών, κομμάτων και κοινοβουλίου- στην Κύπρο έχει πληγεί βαθύτατα. Συνεπώς δεν είναι φρόνιμο να εκληφθεί ως απλή ένδειξη δυσαρέσκειας. Μάλιστα, στον παρόντα χρόνο, η συγκεκριμένη διαπίστωση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, εάν ληφθεί υπόψη ότι τον Μάιο διενεργούνται βουλευτικές εκλογές, όπου οι εν λόγω θεσμοί θα εκτεθούν στη βάσανο της κοινωνικής τους νομιμοποίησης.
Η κρίση εμπιστοσύνης περιλαμβάνει (ή συμπαρασύρει), επίσης, τόσο τις συντεχνίες (τις εμπιστεύεται μόνον το 24%), όσο και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (26%), παρά την πρόσφατη μεταρρύθμιση. Όμως, μεγαλύτερη σημασία έχουν προφανώς τα ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη (μόλις 19%) και στην Κυβέρνηση (17%).
2. Πολιτικά κόμματα και κρίση εκπροσώπησης. Η «γκρίζα ζώνη»: Ένας στους τρεις πολίτες δεν ταυτίζεται πλέον με κάποιο κόμμα
Ένα από τα πλέον σημαντικά ευρήματα αφορά στη δομή των κομματικών ταυτίσεων. Ενώ το 64% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι αισθάνεται «κοντά» σε κάποιο πολιτικό κόμμα, η κατανομή αυτής της εγγύτητας αποκαλύπτει μια βαθιά ανακατάταξη. Από το σύνολο των κομματικά ταυτισμένων πολιτών, τα τέσσερα ιστορικά κόμματα του κυπριακού πολιτικού συστήματος -ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ- συγκεντρώνουν μόνον 35%, ενώ τα νεοπαγή κόμματα ποσοστό τουλάχιστον 20%. Ταυτόχρονα, το 32% -σχεδόν 1 στους 3 ψηφοφόρους- δηλώνει μακριά από όλα τα κόμματα. Αυτή η «γκρίζα ζώνη» της κομματικής αποστοίχισης (de-alignment) αντιπροσωπεύει ένα εκλογικό σώμα σε αναζήτηση πολιτικής ταυτότητας, την οποία όμως δεν βρίσκει στο υπάρχον κομματικό τοπίο.
Η αποδέσμευση από τα κόμματα, ωστόσο, δεν υποδηλώνει απαραίτητα πολιτική αδιαφορία. Συχνά εκφράζει μια ενεργητική απόρριψη του υπάρχοντος πολιτικού προτάγματος. Με βάση τις στάσεις απέναντι στα πολιτικά κόμματα και, ευρύτερα τους υπόλοιπους θεσμούς, το σημερινό κυπριακό εκλογικό σώμα μπορεί να τμηματοποιηθεί σε τέσσερις βασικές ομάδες ψηφοφόρων: τους «Παραδοσιακούς» (αντιπροσωπεύουν περίπου το 25% του εκλογικού σώματος), τους «Ακομμάτιστους»(~ 16%), τους «Αντικομματικούς» (~ 24%) και τους «Αντισυστημικούς» (~ 35%). Θα πρέπει να τονιστεί, ότι η απομάκρυνση από τα κόμματα δεν οδηγεί αυτομάτως στην αντισυστημική ψήφο.
Αποσύνδεση πολιτικής-κοινωνίας: Η απώλεια της αντιπροσωπευτικής λειτουργίας των κομμάτων
Η αντιπροσωπευτική λειτουργία των πολιτικών κομμάτων αμφισβητείται σήμερα από ένα σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης. Η κρίση εκπροσώπησης εκδηλώνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια στην αντίληψη των πολιτών, σχετικά με το ποιες κοινωνικές δυνάμεις εκφράζονται από τα κόμματα. Σχεδόν το 1/3 του εκλογικού σώματος πιστεύει ότι τα κόμματα σήμερα έχουν αποσυνδεθεί από το κοινωνικό σώμα. Ειδικότερα: 1) Το 31% πιστεύει ότι κανένα κόμμα δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για τους συνταξιούχους, τους νέους ή τις γυναίκες. 2) Το 31% είναι πεπεισμένο ότι κανένα κόμμα δεν εκφράζει τα συμφέροντα των μισθοσυντήρητων. 3) Το 30% θεωρεί ότι κανένα κόμμα δεν εκπροσωπεί τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα. 4) Το 29% πιστεύει ότι κανένα κόμμα δεν εκφράζει τα συμφέροντα της μεσαίας τάξης. Αυτά τα ποσοστά αντικατοπτρίζουν τη συστηματική αίσθηση, ότι ανεξαρτήτως ιδεολογικής ταυτότητας, τα κόμματα δεν επιτελούν πλέον τη βασική τους λειτουργία: να μεταφράζουν τα κοινωνικά συμφέροντα σε πολιτικές αποφάσεις και προτεραιότητες. Η κρίση του κυπριακού κομματικού συστήματος συνιστά κρίση της αντιπροσωπευτικής λειτουργίας του και όχι κρίση «εικόνας» ή «επικοινωνίας».
Τα σύγχρονα κόμματα εξουσίας, ακολουθούν τις τελευταίες τρεις δεκαετίες μια κίνηση που τα απομακρύνει από την κοινωνία και τα φέρνει πιο κοντά στο κράτος. Ενώ οι δεσμοί τους με την κοινωνία έχουν αποδυναμωθεί, οι δεσμοί τους με το κράτος έχουν ενισχυθεί, στο βαθμό που τα κόμματα δεν λειτουργούν πλέον ως αντιπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών. Αντιθέτως, έχουν απορροφηθεί από το κράτος και ενεργούν ως (ημι)κρατικοί οργανισμοί. Στην πραγματικότητα, οι κομματικοί οργανισμοί είναι τόσο ισχυροί όσο ποτέ άλλοτε, και σε γενικές γραμμές έχουν πρόσβαση σε πολύ μεγαλύτερους πόρους. Αυτή η απεμπόληση της αντιπροσωπευτικής λειτουργίας τους και η κρατικοποίησή τους, έχει περιγραφεί θεωρητικά με την έννοια του κόμματος-καρτέλ, που εισήγαγαν το 1995, οι πολιτικοί επιστήμονες Peter Mair και Richard Katz.
3. Κοινωνικές στάσεις απέναντι στο πολιτικό σύστημα: Πως γίνεται αντιληπτή η αναδιάταξη των κέντρων εξουσίας, 1996-2026
Το 1996, στην πρώτη ΠΕΠΚΕΣ του ΡΙΚ, είχαν μετρηθεί οι αντιλήψεις των Κυπρίων πολιτών σχετικά με την ισχύ των κέντρων εξουσίας στην κυπριακή κοινωνία και την ιεραρχική θέση τους, στη δομή του κυπριακού πολιτικού συστήματος. Η ίδια μέτρηση επαναλήφθηκε και σήμερα. Όπως προκύπτει από τη σύγκριση, την τελευταία 30ετία, έχουν επισυμβεί πολλαπλές σημαντικές μεταβολές (Διάγραμμα 3).
Στη συνείδηση της κυπριακής κοινής γνώμης, η εκτελεστική εξουσία –Πρόεδρος της Δημοκρατίας/Κυβέρνηση– θεωρείται αναμενόμενα ως ο πόλος του πολιτικού συστήματος με τη μεγαλύτερη ισχύ, σε ποσοστό 29%, μειωμένο κατά 4% (33% το 1996). Εικόνα απολύτως συμβατή με τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα του προεδρικού συστήματος. Μικρή κάμψη (-3%) εμφανίζει και η εικόνα ισχύος της Εκκλησίας, που καταγράφεται με σχετικά περιορισμένο ποσοστό, 9%.
Το «Οργανωμένο έγκλημα» στη δεύτερη θέση
Το πλέον εντυπωσιακό -και ανησυχητικό- εύρημα της διαχρονικής σύγκρισης, αφορά την αντίληψη των πολιτών για το «Οργανωμένο έγκλημα». Το 1996, στην αντίστοιχη ερώτηση, είχε καταγράψει μηδαμινή ορατότητα. Το 2026, αναδεικνύεται στη δεύτερη θέση με 14%, σημειώνοντας την εντυπωσιακότερη άνοδο, σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο κέντρο εξουσίας (+12 ποσοστιαίες μονάδες).
Προφανώς, η αντίληψη αυτή μπορεί να μην συνιστά, αναγκαστικά, ακριβή περιγραφή της κυπριακής πραγματικότητας. Αποτελεί όμως, αδιαμφισβήτητα, ρεαλιστική αποτύπωση της περιρρέουσας κοινωνικής αντίληψης. Και στην πολιτική, είναι γνωστό ότι η εντύπωση, δεν είναι λιγότερο σημαντική από την πραγματικότητα: διαμορφώνει εκλογικές συμπεριφορές, στάσεις απέναντι στο κράτος και κρίνει τα επίπεδα εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Εμφανώς, το εύρημα αυτό συναρτάται άμεσα με τα υψηλά ποσοστά ανησυχίας για τη διαφθορά· φαινόμενο, που την τελευταία 5ετία, μια αυξανόμενη κοινωνική πλειοψηφία το έχει αποδεχθεί -σχεδόν «μοιρολατρικά»- ως «ενδημικό»: 61% (6 στους 10) θεωρεί ότι η Κύπρος είναι μια χώρα «στην οποία πάντα θα υπάρχει διαφθορά» (Διάγραμμα 4).

Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει από τη σύγκριση 1996-2026 είναι η εικόνα ενός πολιτικού συστήματος σε υποχώρηση: τα επίσημα θεσμικά κέντρα εξουσίας αποδυναμώνονται, ενώ οι φορείς της οικονομίας, όπως οι Μεγάλοι επιχειρηματίες, 9% (+2%) και οι Τράπεζες, 5% (+1%), καταγράφουν μικρή άνοδο.
Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται η βελτιωμένη εικόνα ισχύος του Δικαστικού σώματος, 10%, (+6 μονάδες), που θεωρείται σήμερα στην Κύπρο ο τρίτος ισχυρότερος πόλος εξουσίας. Το εν λόγω εύρημα είναι συμβατό με την εκτίμηση ότι η κυπριακή δικαιοσύνη χαρακτηρίζεται από ισχυρή θεσμική βάση. Δεν είναι τυχαίο, ότι ως προς την ποινική δικαιοσύνη, σύμφωνα με τον σχετικό δείκτη του οργανισμού World Justice Project (Rule of Law Index) η Κύπρος κατατάχθηκε το 2025, στην 24η θέση ανάμεσα σε 143 χώρες (αλλά 21/31 μεταξύ των δυτικών/ευρωπαϊκών χωρών).
Δεν αποκλείεται όμως, το γεγονός να είναι και απόρροια της ενισχυμένης ορατότητας του δικαστικού μηχανισμού· ορατότητας, που τροφοδοτείται εξαιτίας των σημαντικών υποθέσεων διαφθοράς «υψηλού επιπέδου» (high-level corruption), που κυριαρχούν στην πολιτική επικαιρότητα. Ταυτόχρονα, η κοινωνική πεποίθηση για την «ενδημική» διαφθορά, λειτουργεί ως διαβρωτικός παράγοντας που υπονομεύει την εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη (Διάγραμμα 2), δημιουργώντας μια αξιοπρόσεκτη αντίφαση: ενώ η Κύπρος διατηρεί μια σχετικά καλή θέση στους διεθνείς δείκτες που αφορούν το Κράτος Δικαίου, η εγχώρια κοινή γνώμη παραμένει εξαιρετικά δύσπιστη.
Η αντίστροφη τάση καταγράφεται για τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Η Βουλή, που το 1996 θεωρούνταν από διπλάσιο ποσοστό ως σημαντικό κέντρο εξουσίας, εμφανίζεται σήμερα σχετικά ανίσχυρη, με μόλις 6% (-6 μονάδες). Αποδυνάμωση καταγράφεται επίσης για τα Κόμματα (5%, -2 μονάδες) και περισσότερο για τις Συντεχνίες, μόλις 1% (-5 μονάδες, Διάγραμμα 3).
4. Κρίση δημοκρατίας: Η «ικανοποίηση» δεν επανακάμπτει. Η διαχρονική διάσταση της κρίσης κοινωνικής νομιμοποίησης
Η ικανοποίηση από τη λειτουργία της δημοκρατίας αποτελεί κρίσιμο δείκτη μέτρησης των κοινωνικών στάσεων απέναντι στο πολιτικό σύστημα και παρακολουθείται στις έρευνες του ΡΙΚ από το 1996. Στον εν λόγω δείκτη αποτυπώνεται, τόσο η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της διακυβέρνησης όσο και η αξιολόγηση της ποιότητας των δημοκρατικών διαδικασιών. Η διαθέσιμη χρονοσειρά που καλύπτουν οι 41 έρευνες ΠΕΠΚΕΣ (Διάγραμμα 5) αποκαλύπτει ένα μακροχρόνιο, σταθερό μοτίβο θεσμικής διάβρωσης και μια μακροχρόνια γενική -αν και με διακυμάνσεις- καθοδική τάση της κοινωνικής υποστήριξης στο πολιτικό σύστημα.

Στα τριάντα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει (1996-2026), αντί για τη σταδιακή ωρίμανση της δημοκρατίας, καταγράφεται διαρκής συρρίκνωση της θεσμικής εμπιστοσύνης προς αυτήν. Τα στοιχεία αποτυπώνουν ευδιάκριτα τους κλυδωνισμούς που έζησε η χώρα, από την αισιοδοξία της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έως την τραυματική εμπειρία της οικονομικής κρίσης του 2013. Οι πολίτες, που ήταν νέοι στην περίοδο διακυβέρνησης του Γλαύκου Κληρίδη και σήμερα ανήκουν στους Baby Boomers ή τη GenX, βίωσαν επανειλημμένα κύματα ελπίδας και απογοήτευσης. Αυτή η συσσωρευμένη εμπειρία απογοήτευσης αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο παράγοντα διαμόρφωσης των σημερινών στάσεων. Η κάμψη της υποστήριξης συσχετίζεται και με την αντίληψη ότι «το κράτος λειτουργεί χειρότερα σήμερα σε σχέση με πέντε χρόνια πριν», που είναι αποδεκτή σε ποσοστό 47%, αφορά δηλαδή τον μισό εκλογικό πληθυσμό. Ας σημειωθεί, παρενθετικά, ότι ο δείκτης Δημοκρατίας του Economist για το 2024, κατατάσσει την Κύπρο στις «ελαττωματικές δημοκρατίες» (flawed democracies), κυρίως λόγω της χαμηλής βαθμολογίας στη «λειτουργία της κυβέρνησης» και της διαφάνειας στη λήψη αποφάσεων.

Η χαμηλή ικανοποίηση από τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, όπως και η χαμηλή εμπιστοσύνη στο θεσμό της κυβέρνησης (βλ. Διάγραμμα 2) αποτελούν ενδείξεις της διαρκώς παρούσας πολιτικής απογοήτευσης των πολιτών, που δεν περιορίζεται σε μια κυβέρνηση, αλλά αφορά συνολικά το ίδιο το σύστημα διακυβέρνησης. Επιπλέον, η παγίωση της διαφθοράς ως «φυσικής» κατάστασης, που επισημάνθηκε προηγουμένως— αποτελεί ένδειξη ότι ένα σημαντικό τμήμα πολιτών έχει ήδη εσωτερικεύσει την αδυναμία αλλαγής. Αυτή η διάσταση είναι προδήλως ανησυχητική, διότι η ποιότητα της δημοκρατίας δεν εξαρτάται μόνον από τους θεσμούς, αλλά και από την πεποίθηση των πολιτών ότι με τη συμμετοχή τους μπορεί να αλλάξει κάτι.
Συνοψίζοντας, οι βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 2026 διεξάγονται σε ένα πρωτόγνωρο κλίμα θεσμικής αμφισβήτησης. Η νέα Βουλή θα βρεθεί αντιμέτωπη με την υφέρπουσα πολυκρίση, που ζωγραφίζουν αδρά τα διαθέσιμα εμπειρικά δεδομένα· πολυκρίση, που εκτυλίσσεται σε τρία διακριτά μεν, αλλά και αλληλοσχετιζόμενα επίπεδα, διότι οι τρεις κρίσεις, χωρίς να ταυτίζονται, αλληλοτροφοδοτούνται. Η κρίση εκπροσώπησης και ο κατακερματισμός των κομμάτων μπορεί να παρατείνονται, χωρίς να απειλείται το δημοκρατικό καθεστώς, εάν υφίστανται ισχυρές δημοκρατικές εγγυήσεις. Η κρίση θεσμών είναι συνήθως αποτέλεσμα αιτιολογημένης κοινωνικής κριτικής της δυσλειτουργίας τους, που είναι «διαχειρίσιμη» — αλλά αν γενικευτεί, τροφοδοτεί τις άλλες δύο. Η υφέρπουσα κρίση δημοκρατίας, η οποία αγγίζει τον πυρήνα του καθεστώτος, προϋποθέτει συνήθως τη συσσώρευση των άλλων δύο, που την προαγγέλουν. Το βέβαιον είναι, ότι η «κανονικότητα» της δυτικής δημοκρατίας αποτελεί παρελθόν και, όπως έδειξαν οι Steven Levitsky και Daniel Ziblatt, στο επίκαιρο βιβλίο τους How Democracies Die (2018), η «δημοκρατική οπισθοδρόμηση» (democratic backsliding) επελαύνει. Οι εκλογές θα δείξουν σε ποιο σημείο της διαδρομής στέκεται η Κύπρος.