Είναι γενικά πλέον και επίσημα παραδεκτό, ακόμα και από την ίδια την Κριστίν Λαγκάρντ, Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πως η τιθάσευση του πληθωρισμού θα πρέπει να προκύψει μέσα και από την επιβάρυνση των υπερκερδών των επιχειρήσεων, καθώς είναι κομβικός ο ρόλος των εταιρικών κερδών στην άνοδο του πληθωρισμού.  Παράλληλα, θα πρέπει να σημειωθεί πως, οι μισθοί δεν αποτελούν στοιχείο δημιουργίας πληθωριστικών τάσεων, όπως καταδεικνύεται και από την πρόσφατη ανακοίνωση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας.

Είναι σαφές πως, το θέμα της ακρίβειας, ως απότοκο των έντονων πληθωριστικών τάσεων που έχει καταγράψει η παγκόσμια οικονομία, των γεωπολιτικών αλλαγών και της συνεχιζόμενης εισβολής της Ρωσία στην Ουκρανία, αλλά και της κερδοσκοπικής (σπεκουλαδόρικης) στάσης πολλών επιχειρήσεων καταγράφοντας υπερκέρδη, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί συνολικά και με διαρθρωτικής μορφής λύσεις.

Η νέα τάση αποτυπώνεται εύστοχα, μέσα και από την ορολογία του «πληθωρισμού της απληστίας» (Greedflation), ο οποίος συνδράμει στη μείωση της αγοραστικής δύναμης και αξίας των μισθών, που σε συνδυασμό με την ενεργειακή κρίση και την αυξανόμενη επιτοκιακή πολιτική δανεισμού, αυξάνουν το κόστος ζωής και επιδεινώνουν το πρόβλημα της ακρίβειας.

Η ανάγκη διαχείρισης και περιορισμού του προβλήματος θα πρέπει να έχει δύο βασικούς άξονες. Ο πρώτος αφορά τα μέτρα μικρής πνοής που θα πρέπει να ληφθούν με συγκεκριμένο ορίζοντα εφαρμογής, όπως είναι για παράδειγμα η ανάγκη επαναφοράς της πολιτικής στήριξης/ επιδότησης του ηλεκτρικού ρεύματος και των καυσίμων, θέμα που η ΣΕΚ έχει ήδη συζητήσει με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Η πραγματική όμως δημιουργία των ικανών και αναγκαίων συνθηκών για ολιστική επίλυση του προβλήματος, θα προκύψει μέσα από τον δεύτερο άξονα, ο οποίος θα πρέπει να περιλαμβάνει συγκεκριμένα μέτρα μακρόπνοης διάρκειας και εφαρμογής και σίγουρα διαρθρωτικού χαρακτήρα.

Στο πλαίσιο αυτό, μπορούν να αξιολογηθούν εισηγήσεις οι οποίες θα στηρίξουν τόσο τους εργαζόμενους, όσο και τις επιχειρήσεις μέσα από την άρση του αθέμιτου ανταγωνισμού, όπως:

⦁              Η αποτροπή της κερδοσκοπίας μέσω των τιμών και της αύξησης των υπερκερδών, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας, των τραπεζικών υπηρεσιών και του φαγητού, μέσα και από τον καθορισμό ανώτατης χρέωσης, την φορολόγηση των υπερκερδών και την ενδεχόμενη παραχώρηση αντισταθμιστικών παροχών προς τους καταναλωτές, ιδιαίτερα στην περίπτωση των τραπεζών στο πλαίσιο και των ψηλών επιτοκίων δανεισμού.

⦁              Η προώθηση μέτρων που θα διασφαλίζουν και θα στηρίζουν την απασχόληση και τους μισθούς, δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα σχεδιασμού κοινωνικής φύσης παρεμβάσεων, μέσω της άντλησης Ευρωπαϊκών πόρων στη λογική του Προγράμματος Sure (το οποίο εφαρμόστηκε με επιτυχία την περίοδο της πανδημίας, με τελικούς αποδέκτες τόσο τους εργαζόμενους όσο και τις επιχειρήσεις).

⦁              Η αύξηση μισθών σε συνάρτηση με το κόστος ζωής και απόδοση στους εργαζόμενους αυξήσεων που διασυνδέονται με το ύψος της παραγωγικότητας. Προς αυτή την κατεύθυνση θα συνδράμει και η εφαρμογή της πολιτικής που διασυνδέεται με την επέκταση της εφαρμογής των συλλογικών συμβάσεων με στόχο την κάλυψη του συνόλου των εργαζομένων. Σημαντικό μέτρο διαχείρισης ανάλογων καταστάσεων αποτελεί και η πλήρης επαναφορά του θεσμού της Α.Τ.Α.

⦁              Η έναρξη του διαλόγου για τον σχεδιασμό συνολικής και πράσινης φορολογικής μεταρρύθμισης, η οποία να μπορεί να διασυνδεθεί με την προώθηση της ενεργειακής αυτονομίας και της πράσινης ανάπτυξης, στηρίζοντας την κυκλική οικονομία, στο πλαίσιο της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

⦁              Η ουσιαστική βελτίωση του Εθνικού Κατώτατου Μισθού, λαμβάνοντας υπόψη το ύψος του πληθωρισμού, τις συστάσεις της Ε.Ε, όπως και την ανάγκη διασύνδεσης του με το κόστος ζωής και την παροχή επαρκούς μισθού για αξιοπρεπή διαβίωση. 

⦁              Η συγκροτημένη και στοχευμένη πολιτική για στήριξη των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού, σε σχέση με την παροχή δυνατοτήτων αποπληρωμής λογαριασμών και κάλυψης αναγκών σίτισης και κατοικίας.

⦁              Η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος, αναβαθμίζοντας, ενισχύοντας και διασφαλίζοντας την κοινωνική του διάσταση.

Είναι σαφές και ξεκάθαρο πως, η συνεχής αύξηση των επιτοκίων, η παγοποίηση ή η επιβάρυνση των μισθών, όπως και η προώθηση μέτρων λιτότητας αποτελούν καταστροφική συνταγή, τόσο για την κοινωνία και τους εργαζόμενους, όσο και για το σύνολο της κοινωνίας και τις ίδιες τις επιχειρήσεις. 

Η ΣΕΚ αναδεικνύει για ακόμα μία φορά τον ρόλο και την ανάγκη περαιτέρω αξιοποίησης του κοινωνικού διαλόγου, καλώντας τον Υπουργό Οικονομικών να συγκαλέσει συνάντηση του Θεσμοθετημένου Σώματος της Συμβουλευτικής Οικονομικής Επιτροπής, στην οποία συμμετέχουν, πέρα από τους κοινωνικούς εταίρους και οι Υπουργοί Οικονομικών, Εργασίας και Εμπορίου, όπως και ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, έτσι ώστε να κατατεθούν και συζητηθούν εισηγήσεις, με στόχο τον καθορισμό στρατηγικής η οποία να αναδεικνύει την ανθρωποκεντρική προσέγγιση και την κοινωνική ευαισθησία.

*Γενικός Γραμματέας ΣΕΚ