Ο φασισμός δεν εμφανίζεται πάντοτε με τη μορφή καθεστώτος έτσι όπως μάθαμε να τον αναγνωρίζουμε ιστορικά. Δεν έρχεται πάντα με μαύρες στολές, στρατιωτικά εμβατήρια και ανοιχτή επίδειξη βίας. Στη σύγχρονη εποχή, ο σύγχρονος αυταρχισμός έχει εξελιχθεί. Έχει μάθει να ενσωματώνεται στους θεσμούς, να μιλά τη γλώσσα της δημοκρατίας και να ντύνεται με την αισθητική της κανονικότητας, της ευαισθησίας και της προόδου. Έτσι, και η κυπριακή φασιστικοποίηση φοράει πλέον ροζ.

Το πιο επικίνδυνο χαρακτηριστικό αυτής της μετάλλαξης είναι ότι δεν επιχειρεί πάντοτε να καταργήσει τη δημοκρατία. Επιχειρεί να την αδειάσει από το περιεχόμενό της. Δεν καταργεί κατ’ ανάγκην τους θεσμούς αλλά τους χρησιμοποιεί. Δεν καταργεί ανοιχτά τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά τα αποδυναμώνει σταδιακά μέσα από νομοθεσίες, πολιτικές αποφάσεις, προεκλογικές ταμπέλες και πρακτικές που παρουσιάζονται ως «αναγκαίες», «ρεαλιστικές» ή «τεχνοκρατικές». Με αυτό τον τρόπο, η κοινωνική βία μετατρέπεται πρώτα σε νομιμοποιημένο δημόσιο λόγο, μετέπειτα σε διοικητική διαδικασία και εν τέλει σε αφαίρεση δικαιωμάτων υπό μορφή μεταρρύθμισης.

Ο σύγχρονος αυταρχισμός δεν περιορίζεται μόνο στα κόμματα που αυτοπροσδιορίζονται ως ακροδεξιά ή ακραία εθνικιστικά. Αντίθετα, πολλές φορές διαχέεται μέσα στο ίδιο το λεγόμενο δημοκρατικό τόξο, εκεί όπου πολιτικές δυνάμεις διατηρούν τη δημοκρατική τους βιτρίνα ενώ εφαρμόζουν πολιτικές που ενισχύουν την ανισότητα (οικονομική, κοινωνική, ταξική), περιορίζουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη (εκποιήσεις, θύματα βιασμού, μειονότητες) και μεταφέρουν την ισχύ από την κοινωνία προς οικονομικά και θεσμικά κέντρα εξουσίας.

Με άλλα λόγια, η πραγματική φύση μιας πολιτικής δύναμης δεν αποτυπώνεται μόνο στις δημόσιες δηλώσεις ή στην ιδεολογική της αυτοπεριγραφή, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο νομοθετεί, στον τρόπο με τον οποίο ψηφίζει και στις προτεραιότητες που επιλέγει να υπηρετήσει μέσα στη Βουλή. Διότι εκεί αποκαλύπτεται ποια δικαιώματα θεωρούνται διαπραγματεύσιμα, ποια κεκτημένα κατηγοριοποιούνται ως αμφισβητήσιμα και ποια συμφέροντα κρίνονται άξια προστασίας.

Όταν μια πολιτεία προτάσσει την προστασία τραπεζικών ή άλλων οικονομικών συμφερόντων εις βάρος θεμελιωδών κοινωνικών και νομικών δικαιωμάτων, η δημοκρατία παύει σταδιακά να λειτουργεί ως πεδίο ισορροπίας και μετατρέπεται σε μηχανισμό επιβολής. Όταν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, η προστασία της κατοικίας, η κοινωνική ασφάλεια ή η ίδια η αξιοπρέπεια του πολίτη υποχωρούν μπροστά στη λογική της αγοράς, τότε η βία δεν εξαφανίζεται. Απλώς αλλάζει μορφή. Θεσμοθετείται.

Κάθε φορά που η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αντιμετωπίζεται ως διαπραγματεύσιμο μέγεθος μπροστά στην προστασία οικονομικών συμφερόντων, κάθε φορά που η πρόσβαση στη δικαιοσύνη αποδυναμώνεται στο όνομα της «σταθερότητας» και του λεγόμενου «δημοσίου συμφέροντος», κάθε φορά που η κοινωνία εκπαιδεύεται να αποδέχεται ως φυσιολογική την απώλεια θεμελιωδών δικαιωμάτων, εργασιακών, κοινωνικών και άλλων, κάτι βαθύτερο μετακινείται μέσα στον πυρήνα της δημοκρατίας. Γιατί η δημοκρατία δεν αδειάζει μόνο όταν καταλύονται οι θεσμοί. Αδειάζει και όταν οι θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν ενώ παύουν να προστατεύουν τον άνθρωπο.

Και μέσα σε αυτή τη διαδικασία συντελείται κάτι ακόμη βαθύτερο: ο μετασχηματισμός του θύματος σε θύτη και του θύτη σε θύμα. Ο πολίτης που διεκδικεί προστασία, δικαιοσύνη ή αξιοπρέπεια παρουσιάζεται ως πρόβλημα, ως βάρος ή ως απειλή για τη σταθερότητα. Αντίθετα, οι μηχανισμοί εξουσίας (πολιτικοί, οικονομικοί ή θεσμικοί) εμφανίζονται ως οι δήθεν αδικημένοι που χρειάζονται προστασία από την ίδια την κοινωνία.

Έτσι, η βία αντιστρέφεται επικοινωνιακά. Η αντίσταση παρουσιάζεται ως επιθετικότητα ή ως στείρα αντιπολίτευση και η επιβολή ως αναγκαιότητα ή ως πολιτική ωριμότητα. Ο άνθρωπος που χάνει δικαιώματα καλείται να αισθανθεί ένοχος για τη θέση του, ενώ εκείνοι που παράγουν ή συντηρούν τις συνθήκες αποκλεισμού εμφανίζονται ως φορείς της «τάξης», της «σταθερότητας» και της «ευθύνης».

Αυτός είναι ο πιο επικίνδυνος μηχανισμός του σύγχρονου φασισμού: η κανονικοποίηση. Η σταδιακή μετατόπιση της κοινωνίας σε μια συνθήκη όπου η εξαίρεση γίνεται κανόνας και η αποδοχή της αδικίας παρουσιάζεται ως ώριμη πολιτική στάση. Εκεί όπου η κοινωνία εκπαιδεύεται να φοβάται τον αδύναμο και να συμπονά τον ισχυρό. Εκεί όπου η δημοκρατία παραμένει τυπικά ζωντανή, αλλά ουσιαστικά απονεκρώνεται.

Και κάπως έτσι παρακολουθούμε τον μετασχηματισμό του μαύρου σε ροζ. Τη μετάλλαξη του ωμού αυταρχισμού σε μια εξευγενισμένη μορφή εξουσίας, που δεν χρειάζεται πλέον να φωνάζει για να επιβληθεί. Αρκεί να εξωραΐζει, να κανονικοποιεί και να πείθει. Έναν φασισμό που δεν χρειάζεται να εμφανίζεται πάντοτε ως ακραίος για να είναι επικίνδυνος. Γιατί έχει ήδη μάθει να μιλά τη γλώσσα της δημοκρατίας. Την ώρα ακριβώς που την αδειάζει καθημερινά από την ουσία της.