Η Νομική Υπηρεσία προσπαθεί να κλείσει εξωδικαστικά μία από τις πιο σκοτεινές πολιτικές δολοφονίες της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας, προτείνοντας οικονομική αποζημίωση στις οικογένειες των αγωνιστών της ΕΟΚΑ Νεοκλή Παναγιώτου και Ευριπίδη Νούρου. Η εκτέλεση των δύο έγινε το 1961, υπό συνθήκες, που εδώ και δεκαετίες γεννούν βαριά ερωτήματα περί πολιτικής και παρακρατικής εμπλοκής. Ωστόσο, οι οικογένειες απορρίπτουν κατηγορηματικά την πρόταση, ξεκαθαρίζοντας πως «η δικαιοσύνη δεν εξαγοράζεται» και πως στόχος τους δεν είναι το χρήμα αλλά η πλήρης διαλεύκανση της υπόθεσης, η απόδοση ευθυνών και η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.
Η αποκάλυψη προκύπτει μέσα από δηλώσεις του εκπροσώπου των οικογενειών, Γιώργου Χρυσοστόμου, στον «Φ», αναφορικά με τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 11 Μαρτίου 2026 μεταξύ συγγενών των δύο δολοφονηθέντων αγωνιστών και εκπροσώπων της Νομικής Υπηρεσίας, στο πλαίσιο της εκκρεμούσας αγωγής που έχουν καταχωρίσει οι οικογένειες κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η αγωγή αφορά, μεταξύ άλλων, πράξεις και παραλείψεις του κράτους από την ημέρα της δολοφονίας μέχρι σήμερα, κάνοντας λόγο για παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων και αποτυχία αποτελεσματικής διερεύνησης ενός εγκλήματος, το οποίο παραμένει ανεξιχνίαστο εδώ και 65 χρόνια.


Στη συνάντηση συμμετείχαν εκ μέρους των οικογενειών ο Γιώργος Χρυσοστόμου και ο δικηγόρος Σωτήρης Παφίτης από το δικηγορικό γραφείο «Αιμιλιανίδης και Κατσαρός», ενώ εκ μέρους της Νομικής Υπηρεσίας παρέστησαν μια Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και μια Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας.
Ο «Φ», ο οποίος με σειρά δημοσιευμάτων έφερε στο φως την εξέλιξη στην υπόθεση δολοφονίας των δύο αγωνιστών, επικοινώνησε με τον κ. Χρυσοστόμου σε μια προσπάθεια να μάθει ποια εξέλιξη είχε η ενδιαφέρουσα αυτη υπόθεση, που για πρώτη φορά θα οδηγούσε μια δολοφονία με πολιτικά κίνητρα ενώπιον της δικαιοσύνης. Ο εκπρόσωπος των οικογενειών μας ανέφερε ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε χωρίς παρουσία γραμματέα και χωρίς τήρηση πρακτικών, γεγονός που –όπως υποστηρίζει– εγείρει ζητήματα θεσμικής διαφάνειας.
Ακόμη πιο σοβαρό, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, ήταν το γεγονός ότι διαπιστώθηκε άγνοια της Νομικής Υπηρεσίας για κρίσιμη αλληλογραφία των οικογενειών προς τον νυν αλλά και τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ενώ –όπως υπογράμμισε– οι σχετικές επιστολές (είχαν δημοσιευτεί στον “Φ”) δεν φαίνεται να εντοπίζονται στα αρχεία του Προεδρικού. «Δεν προέκυψε επαρκής γνώση ούτε της αγωγής, ούτε των πραγματικών περιστατικών, ούτε του αποδεικτικού υλικού», πρόσθεσε.
Οι οικογένειες τονίζουν επίσης, πως η συζήτηση επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στο ενδεχόμενο καταβολής αποζημιώσεων, χωρίς πρόθεση αναγνώρισης ευθυνών ή ουσιαστικής διερεύνησης της υπόθεσης.
Σύμφωνα με τον κ. Χρυσοστόμου, η Εισαγγελέας της Δημοκρατίας φέρεται να ανέφερε πως δεν υπάρχει πρόθεση «έκθεσης της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω δικαστικής διαδικασίας», αλλά επιδίωξη τερματισμού της υπόθεσης μέσω αποζημιώσεων, κάνοντας μάλιστα αναφορά σε άλλες υποθέσεις, όπως εκείνες των αγνοουμένων του 1974.
Οι οικογένειες θεωρούν πως αυτή η προσέγγιση συνιστά προσπάθεια αποφυγής λογοδοσίας. «Η απονομή δικαιοσύνης δεν δύναται να υποκατασταθεί από οικονομική αποζημίωση ή τυπικές δηλώσεις χωρίς ουσιαστική διερεύνηση», τονίζει ο εκπρόσωπός τους.
Η υπόθεση των δύο αγωνιστών παραμένει μέχρι σήμερα μία ανοιχτή ιστορική πληγή. Για δεκαετίες, η υπόθεση παρέμενε ουσιαστικά θαμμένη, μέχρι που επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο μέσα από διαδοχικά δημοσιεύματα του «Φιλελευθέρου» τα τελευταία χρόνια και τις δημόσιες παρεμβάσεις των οικογενειών, οι οποίες ζητούν να ανοίξουν οι φάκελοι και να διερευνηθούν οι πολιτικές και παρακρατικές διαστάσεις της δολοφονίας.
Καίριας σημασίας το αρχείο Λαγοδόντη
Καθοριστικής σημασίας θεωρείται το προσωπικό αρχείο του Γεωργίου Λαγοδόντη, ανώτερου αξιωματικού της Αστυνομίας και –σύμφωνα με τις οικογένειες– μοναδικού άμεσου μάρτυρα της υπόθεσης.
Στο αρχείο περιλαμβάνονται επιστολές προς τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, στις οποίες ο Λαγοδόντης περιγράφει τον τρόπο εκτέλεσης των δύο αγωνιστών και αφήνει σαφείς αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν την υπόθεση κρατικοί μηχανισμοί της εποχής.
Παράλληλα, όπως αναφέρουν οι οικογένειες, ο Λαγοδόντης απέστειλε επανειλημμένες αναφορές και προς Προέδρους της Δημοκρατίας, χωρίς ποτέ να υπάρξει ουσιαστική αξιολόγηση του υλικού.
Το πιο σοκαριστικό, ωστόσο, είναι όσα –σύμφωνα με τον κ. Χρυσοστόμου– προκύπτουν από επίσημη απαντητική επιστολή της ίδιας της Αστυνομίας. Μεταξύ άλλων:
- Δεν υπάρχει πλήρης φάκελος της υπόθεσης
- Η δολοφονία χαρακτηρίζεται «πολιτική»
- Η διερεύνηση τερματίστηκε μέσα σε λίγους μήνες
- Σημαντικά έγγραφα είτε απωλέσθηκαν είτε δεν εντοπίζονται.
Οι οικογένειες θεωρούν πως όλα τα πιο πάνω στοιχειοθετούν σοβαρές παραβιάσεις των υποχρεώσεων του κράτους για αποτελεσματική διερεύνηση εγκλημάτων κατά της ζωής, επικαλούμενες ακόμη και νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί και η επισήμανση του εκπροσώπου των οικογενειών ότι, μετά την παρουσίαση του υλικού που κατέχουν οι οικογένειες, η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας πρότεινε όπως τα στοιχεία «αρχειοθετηθούν» ώστε να εξεταστεί το ενδεχόμενο έκδοσης επίσημης δήλωσης εκ μέρους της Δημοκρατίας.
Για τις οικογένειες, όμως, αυτό δεν αρκεί. «Η δικαίωση σημαίνει πλήρη διερεύνηση, απόδοση ευθυνών, επίσημη αναγνώριση των πραγματικών περιστατικών και ηθική αποκατάσταση», υπογραμμίζει ο Γιώργος Χρυσοστόμου.
Διότι, έξι και πλέον δεκαετίες μετά τη δολοφονία δύο ανθρώπων που πολέμησαν για την ελευθερία αυτού του τόπου, το βασικό ερώτημα παραμένει αμείλικτο: Ποιοι τους σκότωσαν και γιατί το κυπριακό κράτος δεν θέλησε ποτέ πραγματικά να το απαντήσει;
Η θέση της Νομικής Υπηρεσίας
Ο “Φ” επικοινώνησε με την Νομική Υπηρεσία ώστε να εξασφαλίσει τη θέση της ως προς τη σημαντική εξέλιξη γύρω από την ενιδαφέρουσα υπόθεση. Δημοσιεύουμε αυτούσια τη θέση εκπροσώπου της.
“Η απαίτηση των οικογενειών Νούρου και Παναγιώτου έτυχε άμεσου χειρισμού από τη Νομική Υπηρεσία η οποία ξεκαθάρισε από την αρχή ότι έχει πρόθεση να συζητήσει την εν λόγω υπόθεση με σκοπό την εξώδικη διευθέτησή της.
Σε αυτό το πλαίσιο, κλήθηκε η πλευρά των οικογενειών και ο δικηγόρος τους στη ΝΥ για συζήτηση του θέματος και ανταλλαγή απόψεων. Η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας ανάφερε ότι σε σχέση με τον ισχυρισμό για πλημμελή διερεύνηση, που έγινε από την Αστυνομία κατά το χρόνο του θανάτου των Παναγιώτου και Νούρου, υπάρχει έδαφος για απόδοση θεραπειών και αποζημιώσεων στα πλαίσια εξώδικης διευθέτησης της απαίτησης. Εξ ου και έγινε από μέρους της ΝΥ συγκεκριμένη πρόταση διευθέτησης για παραβίαση δικαιωμάτων και πλημμελή διερεύνηση.
Η διαδικασία της εξώδικης διευθέτησης είναι σύνηθης πρακτική εκεί και όπου κρίνεται ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης ξεχωριστά. Είμαστε σε συνεννόηση με τους δικηγόρους των οικογενειών και στο παρόν στάδιο αναμένεται από μέρους τους να δοθεί απάντηση στην πρόταση της ΝΥ”.
Τους γάζωσαν μέσα στο αυτοκίνητό τους
Οι δολοφόνοι τους περίμεναν κοντά στον αστυνομικό σταθμό Μονής
Σύμφωνα με παλαιότερα δημοσιεύματα του «Φ», η υπόθεση της δολοφονίας των Νεοκλή Παναγιώτου και Ευριπίδη Νούρου ανασύρει ένα από τα πιο σκοτεινά και αμφιλεγόμενα επεισόδια της πρώιμης μετεμφυλιακής περιόδου της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Όπως έχει καταγραφεί σε ρεπορτάζ και μαρτυρικό υλικό που δημοσιοποιήθηκε κατά καιρούς, οι δύο αγωνιστές της ΕΟΚΑ βρίσκονταν στη Λευκωσία στις 16 Αυγούστου 1961 και αναχώρησαν με ιδιωτικό όχημα με προορισμό τη Λεμεσό. Η διαδρομή τους, ωστόσο, διακόπηκε βίαια στην περιοχή κοντά στον αστυνομικό σταθμό Μονής, όταν –σύμφωνα με τις τότε αναφορές– δέχθηκαν καταιγισμό πυρών από άγνωστους δράστες.
Το όχημα ακινητοποιήθηκε επί τόπου, ενώ οι δύο επιβαίνοντες εντοπίστηκαν νεκροί, φέροντας πολλαπλά τραύματα από πυροβόλο όπλο. Τα δημοσιεύματα επισημαίνουν ότι η σκηνή του εγκλήματος δεν αντιμετωπίστηκε με τα πρότυπα μιας πλήρους εγκληματολογικής διερεύνησης, ενώ κρίσιμα στοιχεία είτε δεν καταγράφηκαν επαρκώς είτε δεν διασώθηκαν στον φάκελο της υπόθεσης.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και σε μαρτυρίες της εποχής, που ήθελαν το περιστατικό να έχει πολιτικές προεκτάσεις, σε μια περίοδο έντονων εσωτερικών αντιπαραθέσεων και εύθραυστης κρατικής σταθερότητας. Παρά ταύτα, η επίσημη διερεύνηση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς να οδηγήσει σε απαγγελία κατηγοριών ή ουσιαστική δικαστική διαδικασία.
Σε μεταγενέστερα δημοσιεύματα τονίζεται ότι η υπόθεση χαρακτηρίστηκε από την Αστυνομία ως «ανεξιχνίαστη», ενώ η έλλειψη πλήρους φακέλου και η απουσία κρίσιμων ανακριτικών στοιχείων έχουν έκτοτε αποτελέσει αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης από τις οικογένειες των θυμάτων και ιστορικούς ερευνητές.
Αυτό το ιστορικό υπόβαθρο, όπως επανέρχεται μέσα από τον Τύπο, ενισχύει σήμερα τα ερωτήματα κατά πόσο υπήρξε ποτέ πραγματική και ολοκληρωμένη προσπάθεια διαλεύκανσης μιας δολοφονίας που παραμένει, 65 χρόνια μετά, ανοιχτή πληγή στην κυπριακή ιστορική μνήμη.